Το υπόγειο: Γράφει ο Τάσος Βιζικίδης

 Το υπόγειο: Γράφει ο Τάσος Βιζικίδης

Περπατάει αφηρημένος στο δρόμο της επιστροφής. Στο χέρι του πράσινος σάκος. Το καφέ της πλατείας γεμάτο κόσμο. Ένας βόμβος από φωνές μπερδεμένες με μουσική φτάνει στ΄ αυτιά του. Προσπερνάει. Η μπαλάντα πλανόδιου μουσικού πιο κάτω τραβάει την προσοχή του. Πλησιάζει. Ψιθυρίζοντας το τραγούδι ακολουθεί το ρυθμό χτυπώντας ρυθμικά το χέρι στο μηρό.

Το κέρμα του κάνει θόρυβο καθώς βρίσκει τον πάτο του τσίγκινου κουτιού. Συνεχίζει το δρόμο του. Από την πρασιά του συντριβανιού ξεπροβάλλει μια γάτα κουτσαίνοντας… Στο μαγαζάκι της γειτονιάς αγοράζει το βραδινό του, μια κονσέρβα.

Λίγα μέτρα πιο κάτω η πολυκατοικία. Ξεκλειδώνει την πόρτα. Στο μακρύ διάδρομο μαζεμένοι οι ένοικοι. Οι διαθέσεις τους δεν είναι καλές. Έχουν διαρρήξει κάποια διαμερίσματα και οι υποψίες έπεσαν πάνω του.

Ο Χάρης τα έχασε όλα την εποχή της μεγάλης κρίσης. Ίσα που καλύπτει τα βασικά του έξοδα. Δεν είναι λίγες οι μέρες που μένει νηστικός. Ατημέλητος όπως είναι προκαλεί παρεξηγήσεις. Αρκετές φορές οι υπόλοιποι ένοικοι τον έχουν περάσει για άστεγο που ψάχνει να τρυπώσει στην πολυκατοικία.

Η βαριά μυρωδιά από τσιγάρο που σέρνει μαζί του. Το άσχημα κουρεμένο κεφάλι, τα τσαλακωμένα ρούχα, οι αρβύλες που φοράει.

Το υπόγειο στο οποίο κατευθύνεται, μια μαύρη τρύπα κοντά στο ασανσέρ που ξερνάει μυρωδιά πετρελαίου χειμώνα-καλοκαίρι. Τους φαινόταν απίθανο να ζει άνθρωπος εκεί κάτω. Μετά τις εξηγήσεις του ζητούσαν συγγνώμη. Κουνούσαν στεναχωρημένοι τα κεφάλια τους και ανέβαιναν στα διαμερίσματά τους. Άνοιγαν παράθυρα και μπαλκονόπορτες με άγρια χαρά, να πλημμυρίσει φως και αέρα ο χώρος τους.

Το ίδιο φως και ο ίδιος αέρας που δεν θα μπουν ποτέ στο υπόγειο του Χάρη, κι ας είναι μόνιμα ξεκλείδωτη η πόρτα του. Δεν έχει πράγματα αξίας για να ανησυχεί. Δυο στρώματα το ένα πάνω στο άλλο το κρεβάτι του. Μια πλαστική καρέκλα, ένα τραπεζάκι εξοχής που διπλώνει, μια φορητή ηλεκτρική εστία. Πιάτα πλαστικά μιας χρήσης, πιρούνι, κουτάλι ένα ποτήρι ολόκληρη η κουζίνα του.

Το σαραβαλιασμένο γραφείο που μάζεψε από τα σκουπίδια ισορροπεί σε άδειο πακέτο από τσιγάρα. Ένα παλιό ρολόι στέκει πάνω του. Από καρφιά κρεμασμένα τα ρούχα του. Πράσινος σάκος με μια κόκκινη περούκα να μισοφαίνεται μέσα του σε μια γωνιά, σαν μια παράταιρη, τσακισμένη γλάστρα.

Τα παπούτσια του ένα ζευγάρι αρβύλες. Τουαλέτα δίχως πόρτα. Λάστιχο στη βρύση του νιπτήρα το ντους. Οι τοίχοι βαμμένοι από τη νικοτίνη που πότισε την ώχρα.

Από το πάτωμα λείπουν μερικά πλακάκια. Ξεφτισμένο χαλάκι προσπαθεί να τα κρύψει. Ο αέρας εγκλωβισμένος, στάσιμος, βαρύς. Και ο χρόνος ακόμα μοιάζει να παγιδεύτηκε εκεί μέσα. Καμιά ξένη παρουσία δεν έχει ταράξει τον χώρο χρόνια τώρα. Κι όμως αυτός συζητιέται, κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα και κάθε φορά είναι χειρότερος.

Τρώγλη, σπηλιά, τρύπα, φάκα…

Το προφίλ του κλέφτη του ταιριάζει απόλυτα. Χρωστάει τα κοινόχρηστα και ποιος ξέρει τι άλλο, ζει στη τρύπα, δεν έχει να χάσει τίποτα. Τους παραφύλαξε. Έμαθε τις ώρες που λείπουν. Άνεργος καθώς είναι έχει ελεύθερο χρόνο και νου για το κακό.

Κάποιοι μάλιστα είναι πεπεισμένοι ότι τον είχαν δει να ξεγλιστράει σαν σκιά νωρίτερα μέσα στη μέρα κρατώντας σάκο παραφουσκωμένο. Αυτός ο αλήτης ήταν. Αυτός ξαλάφρωσε τα σπίτια τους. Παμπόνηρος καθώς είναι, έφυγε αμέσως να τα πουλήσει. Πρόλαβε; Ο πράσινος σάκος που κρατάει σφιχτά φαίνεται ακόμα γεμάτος. Σαν αγέλη τον περικυκλώνουν. Στα μάτια τους σιχασιά, μίσος, περιφρόνηση. Κρατάει σφιχτά το σάκο στο χέρι.

Η γροθιά του άσπρισε από την δύναμη που βάζει. Οι υποψίες των ενοίκων γίνονται βεβαιότητα.  Απαιτούν να δουν τι έχει μέσα ο σάκος. Αρνείται. Ο ένοικος του ισογείου τον αιφνιδιάζει. Σαν αρπακτικό του τραβάει το σάκο από το χέρι. Αδειάζει το περιεχόμενο κοιτώντας μοχθηρά  τον <<ποντικό στη φάκα>>. Κατρακυλάει η κονσέρβα. Πολύχρωμα ρούχα και μια κόκκινη περούκα πέφτουν στο πάτωμα. Η απογοήτευση φαίνεται στα πρόσωπά τους.

Περίμεναν να ακούσουν τον ξεχωριστό, λεπτεπίλεπτο ήχο από τα χρυσά κοσμήματα που θα έπεφταν στο δάπεδο. Ανυπομονούσαν να δουν χαρτονομίσματα να λικνίζονται στον αέρα. Αντί γι αυτό ακούν το γδούπο από μια τσίγκινη κονσέρβα.

Βλέπουν μερικά παλιόρουχα και μια κόκκινη περούκα σωριασμένα μπρος τους. Αμήχανοι κοιτάζονται. Χάθηκαν τα κοσμήματα και η ευκαιρία να τον ξεφορτωθούν μια και καλή. Καμπουριάζουν, το φιάσκο θρονιάζεται βαριά στους ώμους τους φαίνονται μικρότεροι τώρα. Η πραγματικότητα δεν τους έκανε το χατήρι. Ε, και; Τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Αποχωρούν ένας ένας απορημένοι και αμετανόητοι.

Ο ένοικος που άδειασε το σάκο έχει μείνει αποσβολωμένος. Η περούκα και τα ρούχα που έπεσαν από μέσα τού είναι γνώριμα.

Νωρίτερα, το απόγεμα, όταν η ώρα πλησίαζε, ο Χάρης δεν κοίταξε το ρολόι. Στο σάκο έπεσε το βλέμμα του. Σηκώθηκε, μπήκε κάτω από το λάστιχο. Τρίφτηκε με δύναμη ώρα, να φύγει τελείως η καπνίλα από πάνω του. Πήρε το σάκο.

Ανέβηκε τα σκαλιά του υπογείου. Ο ήλιος τον τύφλωσε καθώς βγήκε στην είσοδο. Κοντοστάθηκε για λίγο. Να συνηθίσουν τα μάτια του το  φως. Περπάτησε μισή ώρα δρόμο για να φτάσει εκεί. Εκεί που τον ξέρουν με το όνομα του. Είναι σημαντικό πρόσωπο γι αυτούς. Του ΄χουν μάλιστα και δικό του χώρο. Ζεστός καφές τον καλωσόρισε. Δεν κάπνισε κι ένας θεός ξέρει πόσο θα το ΄θελε.

Έβαλε τη στολή. Βάφτηκε Οι αταίριαστες όλο τον υπόλοιπο χρόνο αρβύλες του σήμερα πάνε γάντι με την υπόλοιπη εμφάνιση. Έτοιμος. Πριν ακόμα φτάσει στην αίθουσα της εκδήλωσης ακούει φωνές. Στο μακρύ διάδρομο παιδιά τον περιμένουν. Όλα του ζητούν μια αγκαλιά. Δεν χαλάει χατίρια. Ένας ένοικος της πολυκατοικίας βρίσκεται στην εκδήλωση. Είναι αυτός που επιμένει να τον διώξουν από την γκαρσονιέρα.

Ένας απόκληρος είναι κακό παράδειγμα για το παιδί του. Ο Χάρης τον πλησιάζει. Σκύβει στο παιδί του κάνοντας μια αστεία γκριμάτσα. Κρύβει ένα μαντήλι στη χούφτα, την ανοίγει και στη θέση του μια καραμέλα, την προσφέρει.

Εκείνο γελάει δυνατά και τον ευχαριστεί. Ο ένοικος δεν κατάλαβε ποιος είναι ο κλόουν. Το πρόσωπο βαμμένο. Τα πολύχρωμα ρούχα δεν μυρίζουν καπνό. Το άσχημο κούρεμα δεν φαίνεται κάτω από την κόκκινη περούκα. Παιδιά και γονείς τον ακολουθούν με φωνές και γέλια. Μπαίνουν στη κατάφωτη αίθουσα. Ξεκινάει η εκδήλωση. Ο Χάρης δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Είναι καταπληκτικός, τους ενθουσιάζει όλους.

Ξεκαρδίζονται με τις μιμήσεις και τις επιτηδευμένα αδέξιες κινήσεις του. Τους ξεσηκώνει όλους με τα μαγικά του κόλπα. Τεράστιες σαπουνόφουσκες σκάνε στα πρόσωπά τους. Το χαμένο τραπουλόχαρτο βρέθηκε στην τσέπη ενός έκπληκτου παιδιού που γουρλώνει τα μάτια. Τα πιο θαρραλέα παιδιά δεν φοβούνται να βάλουν το χέρι τους στο καπέλο που εξαφανίζει τα πάντα.  Το μαγικό του ραβδί αλλάζει χρώματα σαν να κρατάει στο χέρι του ουράνιο τόξο.

Κανένα παιδί δεν μπορεί να τελειώσει τραγούδι στο karaoke, ξεκαρδίζονται από τις παραφωνίες τους. Τα μάγουλά τους κοκκινίζουν.  Για το τέλος μπαλόνια που μεταμορφώνει σε ζώα, ένα για κάθε παιδί. Η μουσική τελειώνει μαζί με την παράσταση. Υποκλίνεται.

-Θα ξανάρθεις;

-Θα ξανάρθω!

Ντυμένος ακόμα με τα ρούχα της παράστασης βγήκε να καπνίσει. Ήταν ταραγμένος. Όλα ξαναγυρνάνε στη θύμησή του. Το παιδί του πέρασε δύσκολες μέρες εδώ. Ο πόνος, η αγωνία, η απόγνωση όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Η στιγμή που το παιδί έσβησε, έφυγε… Η χειρότερη μέρα της ζωής του μετά το φευγιό της γυναίκας του. Εδώ, στο ίδιο μέρος, ο αδελφός του τού πρότεινε να κάνουν κάτι για τα άλλα παιδιά.

Να τα βοηθήσουν να δραπετεύουν από τον πόνο έστω για λίγο. Το δέχτηκε. Αποφάσισαν να μάθουν τα μυστικά του κλόουν. Παρακολούθησαν σεμινάρια, αγόρασαν στολές, έμαθαν μαγικά κόλπα, ταχυδακτυλουργικά. Δεν άφησαν τίποτα στην τύχη, ήθελαν να είναι σίγουροι πως θα κάνουν τα παιδιά χαρούμενα.

Στον ελεύθερο χρόνο τους γυρνούσαν τις κλινικές και έδιναν παραστάσεις. Δώσανε υπόσχεση μεταξύ τους πως δεν θα σταματήσουν ό,τι και να γίνει.

Η ζωή όμως είχε τα δικά της σχέδια. Η καρδιά του αδελφού του δεν άντεξε όταν έχασαν την επιχείρησή τους. Από τότε πορεύεται μόνος… Ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο του.  Ξαφνιάστηκε. Βγήκε από την θύελλα των αναμνήσεων. Ήταν ο ένοικος της πολυκατοικίας, με τρεμάμενη φωνή τον ευχαριστούσε για την ώρα που το παιδί του  ξεχνούσε τον πόνο. Ο Χάρης δεν μίλησε.

Είναι το ίδιο χέρι που του τράβηξε με βία το σάκο, το χέρι που μαζεύει τώρα σιωπηλά με τα μάτια καρφωμένα στο πάτωμα την κονσέρβα και τα ρούχα. Το ίδιο χέρι βλέπει τον Χάρη να χάνεται σκαλί σκαλί με τον πράσινο σάκο στο χέρι. Στο υπόγειο η αποφορά του πετρελαίου δεν είναι έντονη σήμερα. Σπρώχνει την ξεκλείδωτη πόρτα της γκαρσονιέρας. Η βαριά μυρωδιά του τσιγάρου έχει εξαφανιστεί. Σαν να φύσηξε αεράκι.

Η ατμόσφαιρα καθαρή. Ανάβει το φως. Η περίεργη απόχρωση της ώχρας στο παιγνίδι με το αδύναμο φως κάνει τους τοίχους να ζωντανεύουν. Καφέ σκούρες γραμμές φαντάζουν σαν δέντρα. Στα πλακάκια που λείπουν βλέπει τώρα ένα από τα πολλά απογευματινά χαμόγελα.

Το ακούει να γίνεται γέλιο και ύστερα γέλια. Ακουμπάει το σάκο στο γραφείο. Η παράσταση συνεχίζεται. Με το μαγικό ραβδί του μεταμορφώνει την πλαστική καρέκλα σε μια chesterfield πολυθρόνα με δέρμα στο χρώμα του παλιού κονιάκ. Υποκλίνεται ξανά. Όλα είναι διαφορετικά σήμερα. Κάθεται. Θόρυβος χαρτιού από την τσέπη του παντελονιού του καθώς  πιέζεται στο μπράτσο της πολυθρόνας. Βγάζει ένα διπλωμένο χαρτί. Είναι η ζωγραφιά που του χάρισε το παιδί του ενοίκου. Μέσα σε μια καρδιά ένας κλόουν.

Ανοίγει την κονσέρβα. Τοποθετεί προσεκτικά το περιεχόμενο στην πορσελάνινη πιατέλα. Το διπλό τζάμι της μπαλκονόπορτας κρατάει έξω τους ήχους της πόλης. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στο τραπέζι μπροστά του. Ξεδιπλώνει τη λευκή πετσέτα με αργές κινήσεις και τη στρώνει στα πόδια του.

Η ημιδιάφανη σως αφήνει το φως να φτάνει απαλό μέχρι την τρυφερή σάρκα που καλύπτει με τόση χάρη. Γεύεται δύο μικρές μπουκιές φασιανού. Αφήνει τη βασιλική γεύση να κατακλύσει τον ουρανίσκο του. Την απολαμβάνει για ώρα. Σβήνει με δυο μικρές γουλιές Σατό Μαρκό του ΄57. Υπέροχη χρονιά για τα σταφύλια.

H μαγεία δεν έχει τέλος αυτό το βράδυ…

Διαβάστε επίσης