Dark Mode Light Mode

Η σβησμένη μηχανή: Από το Cybersyn μέχρι την κρατική κατάσχεση της τεχνητής νοημοσύνης

Πενήντα χρόνια χωρίζουν την αίθουσα επιχειρήσεων του Σαλβαδόρ Αλιέντε από το μοντέλο πρώτης γραμμής που απενεργοποιήθηκε μέσα σε λίγες ώρες με κυβερνητική εντολή. Ενδιάμεσα, ένα μόνο ερώτημα: ποιος κατέχει/σε ποιον ανήκει η υποδομή που σκέφτεται τον κόσμο, γράφει ο Mario Sommella.

.Το βράδυ της 12ης ιουνίου 2026, στις 5:21 μ.μ. ώρα ανατολικής ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών, μια από τις πλουσιότερες εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο έλαβε μια επιστολή και συμμορφώθηκε, υπάκουσε. Μέσα σε λίγες ώρες, η Anthropic έκλεισε τα δύο πιο προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης της, απενεργοποιώντας τα για κάθε χρήστη στον κόσμο. Όχι λόγω τεχνικής βλάβης, όχι λόγω μιας βιομηχανικής επιλογής, αλλά λόγω ενός εκτελεστικού διατάγματος ηπα, που εκδόθηκε στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, το οποίο απαγόρευε την πρόσβαση σε αυτά τα μοντέλα σε οποιονδήποτε ξένο πολίτη, εντός ή εκτός των αμερικανικών συνόρων. Μια υποδομή που παρουσιάστηκε μόλις τρεις ημέρες νωρίτερα ως μια κατάκτηση για όλη την ανθρωπότητα, στο σύνολό της, ακυρώθηκε/διαγράφηκε από τη δημόσια διαθεσιμότητα με την ίδια ταχύτητα που κλείνουμε ένα ρολό ασφαλείας.

Αυτό το, φαινομενικά τεχνικό, επεισόδιο αποτυπώνει/περιλαμβάνει μέσα του μια από τις πιο άβολες αλήθειες της εποχής μας. Η λεγόμενη ψηφιακή επανάσταση δεν είναι μια κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας, που μοιράζεται όλη η ανθρωπότητα. Είναι μια ιδιοκτησία, που διεκδικείται μεταξύ του ιδιωτικού κεφαλαίου που την παράγει και του κρατικού μηχανισμού που, όταν το κρίνει σκόπιμο, την οικειοποιείται. Ο χρήστης – ο πολίτης, ο εργαζόμενος, ο ερευνητής – είναι ο τελευταίος κρίκος σε μια αλυσίδα πάνω στην οποία δεν έχουν καμία εξουσία λήψης αποφάσεων, αποφασιστική αρμοδιότητα. Για να κατανοήσουμε πλήρως τη σημασία αυτού του περάσματος, πρέπει να γυρίσουμε μισό αιώνα πίσω, σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που τόλμησε να φανταστεί μια ριζικά διαφορετική χρήση της ίδιας τεχνολογίας.

Μια εντολή στις 5:21 μ.μ.

Η δυναμική των γεγονότων είναι διδακτική ακριβώς στη αγριότητα της. Η κυβερνητική οδηγία έφτασε αργά το απόγευμα της παρασκευής, απροειδοποίητη, συνοδευόμενη από μια αιτιολόγηση τόσο ασαφή όσο και επιτακτική: λόγοι εθνικής ασφάλειας. Η εντολή επέβαλλε να αποκλειστεί η πρόσβαση στα μοντέλα σε οποιονδήποτε δεν ήταν αμερικανικής ηπα υπηκοότητας, μια πλατεία τόσο ευρεία και ασαφής που η εταιρεία, αδυνατώντας να διακρίνει την υπηκοότητα των χρηστών της σε πραγματικό χρόνο, επέλεξε να κλείσει/να σβήσει τα πάντα. Η τεχνική αιτιολόγηση αφορούσε μια μέθοδο παράκαμψης των προστασιών του συστήματος και τη χρήση της για την ανάλυση κωδικού στην έρευνα κυβερνοασφάλειας ή ανίχνευσης/εντοπισμό ευπαθειών. Ένα φόβο, με άλλα λόγια, στρατιωτικής και υπηρεσιών πληροφοριών φύσης.

Η ίδια η Anthropic δήλωσε ότι διαφωνεί με την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η επιβεβαίωση μιας μόνο τεχνικής παράκαμψης δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόσυρση ενός εργαλείου που έχει ήδη διανεμηθεί σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. έχει επίσης προειδοποιήσει ότι εάν ένα τέτοιο κριτήριο επεκταθεί σε ολόκληρο τον τομέα, θα μπλοκάρει εκ των πραγμάτων κάθε νέα κυκλοφορία-κάθε νέο φάκελο. Η διαμαρτυρία της εταιρείας, όσο βάσιμη κι αν είναι, δεν πρέπει να παραπλανά. Δεν διεκδικεί το δικαίωμα του κοινού/του κοινωνικού συνόλου να έχει πρόσβαση σε αυτήν την τεχνολογία, αλλά το δικό της δικαίωμα να τη διαθέτει στην αγορά», να τη λανσάρει εμπορικά. Η σύγκρουση δεν συμβαίνει μεταξύ εξουσίας και πολιτών, αλλά ανάμεσα σε δύο εξουσίες-δυνάμεις: αυτής του Κράτους ασφαλείας και εκείνης του τεχνολογικού ολιγοπωλίου. Στη μέση, όπως πάντα, δεν υπάρχει ουδείς που να μιλάει για το κοινό καλό.

Το τίμημα μιας άρνησης

Για να κατανοήσουμε την πραγματική σημασία αυτής της εντολής, όμως, πρέπει να κοιτάξουμε πίσω από τη φόρμουλα της εθνικής ασφάλειας. Η Anthropic δεν είναι μια συνηθισμένη εταιρεία και, πάνω απ’ όλα δεν είναι μια πειθήνια εταιρεία, υπάκουη. Για μήνες, βρισκόταν σε μια διελκυστίνδα με τον αμερικανικό ηπα στρατιωτικό μηχανισμό ακριβώς σχετικά με τη πολεμική χρήση των μοντέλων της. Η εταιρεία είχε θέσει δύο απαραβίαστες κόκκινες γραμμές: δεν θα επέτρεπε στην τεχνητή νοημοσύνη της να τροφοδοτεί πλήρως αυτόνομα όπλα, ικανά να επιλέγουν και να χτυπούν στόχους χωρίς έναν ανθρώπινο έλεγχο στις αποφάσεις βολής, ούτε θα χρησιμοποιούνταν για μαζική επιτήρηση του πληθυσμού. Αυτές οι απαγορεύσεις απεικονίζονταν στη πολιτική χρήσης της από το 2024 και ενσωματώθηκαν ρητά στη σύμβαση των 200 εκατομμυρίων δολαρίων που υπογράφηκε με το Πεντάγωνο τον ιούλιο του 2025.

Όταν, στις αρχές του 2026, το Υπουργείο Άμυνας —με επικεφαλής τον Pete Hegseth, ο οποίος μάλιστα επανέφερε για τον εαυτό του τον τίτλο του «γραμματέα Πολέμου»— απαίτησε την κατάργηση εκείνων των ρητρών, ώστε η τεχνολογία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί «για οποιονδήποτε θεμιτό σκοπό», η εταιρεία αρνήθηκε. Η αντίδραση της εξουσίας ήταν αστραπιαία και δυσανάλογη. Στις 27 φεβρουαρίου 2026, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διέταξε όλες τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να σταματήσουν αμέσως τη χρήση των προϊόντων Anthropic, ενώ ο Hegseth στιγμάτιζε την εταιρεία ως «κίνδυνο για την αλυσίδα εφοδιασμού», μια ετικέτα που προηγουμένως προοριζόταν για εχθρικά Κράτη και δεν εφαρμοζόταν ποτέ δημόσια σε μια αμερικανική εταιρεία. Στα τέλη μαρτίου, μια ομοσπονδιακή δικαστής, η Rita Lin, ανέστειλε αυτό το μέτρο με σκληρά λόγια, αποκαλώντας την ιδέα ότι μια αμερικανική εταιρεία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εχθρός και σαμποτέρ απλώς επειδή διαφωνούσε με την κυβέρνηση «οργουελιανή», και παρατηρώντας ότι αυτά τα μέτρα είχαν όλη την ατμόσφαιρα ανταπόδοσης, αντιποίνων, μεταμφιεσμένη σε ανησυχία για την ασφάλεια.

Είναι επάνω σε αυτό το υπόβαθρο που η οδηγία της 12ης ιουνίου αναλαμβάνει ένα διαφορετικό νόημα από αυτό που αναφέρθηκε. Μπορεί εύλογα να διατυπωθεί μια βάσιμη υπόθεση: ότι το κλείσιμο/σβήσιμο των δύο μοντέλων, το οποίο έπληξε την ίδια την εταιρεία που τόλμησε να θέσει ένα ηθικό όριο στη στρατιωτική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, δεν είναι μια απλή τεχνική προφύλαξη, αλλά η τελική πράξη αντιποίνων. Η εθνική ασφάλεια, σε αυτή την ερμηνεία, καθίσταται η νομική μάσκα μιας πολιτικής πίεσης εναντίον ενός ανυπάκουου προμηθευτή. Ακόμα κι αν κάποιος θέλει να παραμείνει επιφυλακτικός, το βασικό γεγονός παραμένει, απόλυτα σύμφωνο με όσα έχουν ειπωθεί μέχρι στιγμής: ακόμη και όταν μια εταιρεία προσπαθεί να αντισταθεί, η σύγκρουση λαμβάνει χώρα εξ ολοκλήρου μεταξύ δυνάμεων/εξουσιών – του Κράτους ασφαλείας από τη μία πλευρά, του ιδιωτικού κεφαλαίου από την άλλη – επάνω σε μια υποδομή που δεν ανήκει ούτε στους πολίτες ούτε στην κοινότητα/συλλογικότητα. Οι κόκκινες γραμμές μιας εταιρείας, όσο αξιέπαινες κι αν είναι, παραμένουν η μονομερής και ανακλητή απόφαση ενός διοικητικού συμβουλίου, όχι μια δημοκρατική εγγύηση.

Χιλή, 1971: η μηχανή που προοριζόταν να εξυπηρετήσει τους πολλούς

Πενήντα χρόνια πριν από την έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η τεχνολογία πληροφοριών/πληροφορική περιοριζόταν ακόμη στα στρατιωτικά εργαστήρια και στους μεγάλους υπολογιστές των πολυεθνικών, μια δημοκρατικά εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση επιχείρησε το αντίθετο: να θέσει την τεχνολογία στην υπηρεσία της λαϊκής συμμετοχής και του από κοινού οικονομικού σχεδιασμού. Αυτή ήταν η Χιλή του Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο οποίος ανήλθε στην προεδρία το 1970 με την υπόσχεση ενός χιλιανού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, βασισμένου στον σεβασμό των θεσμών και της ψήφου.

Για να συντονίσει μια σε οδό εθνικοποίησης οικονομία χωρίς να πέσει ξανά στην καταπιεστική γραφειοκρατία του σοβιετικού μοντέλου, η κυβέρνηση κάλεσε τον Βρετανό κυβερνοεπιστήμονα Στάφορντ Μπιρ, Stafford Beer και ξεκίνησε ένα έργο που θα παρέμενε θρυλικό: ένα εθνικό δίκτυο υπολογιστών σχεδιασμένο να συνδέει τα εργοστάσια της χώρας σε πραγματικό χρόνο με το κέντρο λήψης αποφάσεων στο Σαντιάγο. Πεντακόσιοι τηλετυπωτές, που αγοράστηκαν από μια προηγούμενη κυβέρνηση αλλά δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ, ανακτήθηκαν από μια ξεχασμένη αποθήκη και διανεμήθηκαν στα εργοστάσια σε μόλις τέσσερις μήνες, διασυνδεδεμένοι με έναν μόνο κεντρικό υπολογιστή. Η καρδιά του συστήματος ήταν ένα εξαγωνικό δωμάτιο με ξύλινους τοίχους και λευκές πολυθρόνες διατεταγμένες σε κύκλο, όπου δεδομένα από την ζωντανή εργασία της Χώρας θα υποβάλλονταν σε επεξεργασία και θα επιστρέφονταν στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων. Ο δηλωμένος στόχος δεν ήταν να αντικατασταθεί ο άνθρωπος με μηχανή, αλλά το αντίθετο: να παρασχεθούν στους εργαζόμενους και τους θεσμούς τα εργαλεία για να παρεμβαίνουν πριν τα προβλήματα καταστούν κρίσεις, αναθέτοντας τον έλεγχο της δικής τους παραγωγής στο εργατικό δυναμικό.

Κατά μία έννοια, με τους τηλεεκτυπωτές και τους υπολογιστές της δεκαετίας του 1970, αυτό το έργο επιδίωκε να επιτύχει αυτό που το διαδίκτυο, το cloud και η τεχνητή νοημοσύνη θα επέτρεπαν σήμερα. Η ιστορία, ωστόσο, πήρε διαφορετική τροπή. Στις 11 σεπτεμβρίου 1973, το στρατιωτικό πραξικόπημα με επικεφαλής τον Αουγκούστο Πινοσέτ, που υποστηρίχθηκε και χρηματοδοτήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έθεσε αιματηρό τέλος τόσο στο πολιτικό πείραμα του Αλιέντε όσο και στο τεχνολογικό που το συνόδευε. Η νεοσύστατη χούντα ανακάλυψε αυτό το παράξενο δωμάτιο και το κατέστρεψε. Δεν επρόκειτο απλώς για την αποσυναρμολόγηση μιας υποδομής: επρόκειτο για την εξάλειψη της ίδιας της ιδέας πως η τεχνολογία μπορούσε να κυβερνάται από τα κάτω. Το μοντέλο που επέβαλλαν στη θέση του ήταν ένα μοντέλο κεντρικοποιημένου και βάναυσου ελέγχου, απόλυτα συμβατό με την κοινωνική σφαγή του νεοφιλελεύθερου εργαστηρίου που επρόκειτο να καταστεί η Χιλή.

Η μεγάλη αναστροφή

Έκτοτε, ο ψηφιακός κόσμος έχει αναπτυχθεί σε αντίθετη τροχιά από αυτήν που φανταζόταν το Σαντιάγο. Οι τεχνολογίες της πληροφόρησης, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ευνοήσει την κοινωνική συνεργασία, έχουν απορροφηθεί μέσα σε ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στη συγκέντρωση του κεφαλαίου. Οι μεγάλες πλατφόρμες συλλέγουν πλέον μια απίστευτα μεγαλύτερη ποσότητα δεδομένων από ό,τι θα μπορούσε να ονειρευτεί αυτό το πρωτοποριακό πρόγραμμα, σχέδιο. Αλλά ετούτα τα δεδομένα δεν ανήκουν στην κοινότητα/τη συλλογικότητα που τα παράγει απλώς ζώντας, εργαζόμενη, επικοινωνώντας. Είναι ιδιοκτησία λίγων ιδιωτικών γιγάντων που καθορίζουν τη χρήση τους σύμφωνα με τη μόνη λογική που αναγνωρίζουν, αυτή του κέρδους και της στρατηγικής τοποθέτησης.

Εδώ φωλιάζει η κρίσιμη/αποφασιστική αντίφαση της εποχής μας. Η τεχνική ικανότητα ορθολογικής και διαφανούς οργάνωσης ενός μεγάλου μέρους της οικονομίας υπάρχει ήδη. Οι παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού συντονίζονται ακαριαία, στιγμή προς στιγμή, οι ενεργειακές ροές εποπτεύονται συνεχώς, η συμπεριφορά κατανάλωσης προβλέπεται με μια ακρίβεια που θα φαινόταν επιστημονική φαντασία πριν από πενήντα χρόνια. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν είναι δυνατόν να σχεδιάσουμε πολύπλοκα συστήματα: το κάνουμε κάθε μέρα, για να πουλήσουμε εμπορεύματα και να σκιαγραφήσουμε επιθυμίες. Το ερώτημα είναι ποιος ελέγχει τα εργαλεία που το καθιστούν δυνατό, και προς όφελος ποιου. Ο σχεδιασμός, που εκδιώχτηκε από την πόρτα όπως το φάντασμα του σοσιαλισμού του εικοστού αιώνα, έχει επιστρέψει από το παράθυρο ως ένας ιδιωτικός αλγόριθμος στην υπηρεσία της συσσώρευσης.

Ποιος κατέχει την υποδομή που σκέφτεται

Οι αριθμοί αποδίδουν την κλίμακα της απαγωγής καλύτερα από οποιαδήποτε διακήρυξη. Μέχρι το 2026, πάνω από το ενενήντα τοις εκατό των πιο προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης γεννιέται μέσα στον ιδιωτικό τομέα, ενώ η πανεπιστημιακή έρευνα, συνθλιμμένη από τα απαγορευτικά υπολογιστικά κόστη, έχει πλέον τεθεί στο περιθώριο της βελτιστοποίησης, (ο ρόλος της έχει υποβαθμιστεί και χρησιμοποιείται μόνο για μικρο-βελτιώσεις]. Η υπολογιστική ισχύς που απαιτείται για αυτά τα συστήματα αυξάνεται περίπου τρεισήμισι φορές ετησίως από το 2022: ένας ρυθμός που αποκλείει κάθε παίκτη χωρίς κολοσσιαίο κεφάλαιο. Η γνώση, άλλοτε αναζήτηση κοινής κληρονομιάς για την ανθρωπότητα, έχει καταστεί συνάρτηση των χρημάτων που είναι διαθέσιμα για την αγορά πυριτίου και ενέργειας.

Η γεωγραφία αυτής της δύναμης απέχει πολύ από το να είναι ουδέτερη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες από μόνες τους φιλοξενούν περίπου το σαράντα τέσσερα τοις εκατό της παγκόσμιας υπολογιστικής ικανότητας, ακολουθούμενες από την Κίνα με το ένα τέταρτο, και μια υποδεέστερη/υφιστάμενη Ευρώπη που έχει κολλήσει περίπου στο δεκαέξι τοις εκατό. Επιπλέον, ολόκληρη η αλυσίδα εφοδιασμού των πιο προηγμένων ημιαγωγών εξακολουθεί να εξαρτάται από έναν μόνο κατασκευαστή, την ταϊβανέζικη TSMC, της οποίας τα εργοστάσια συγκεντρώνουν μια δομική εξάρτηση που κανένα σχέδιο μετεγκατάστασης δεν έχει ακόμη επηρεάσει σημαντικά. Όποιος ελέγχει τα κέντρα υπολογιστών/υπολογισμού ελέγχει πού υποβάλλονται σε επεξεργασία τα δεδομένα, υπό ποια δικαιοδοσία, σύμφωνα με ποιους κανόνες. Η υπολογιστική/ψηφιακή κυριαρχία – η δυνατότητα πρόσβασης σε μοντέλα αιχμής και κατοχής ολόκληρης της αλυσίδας που τα παράγει – έχει καταστεί η νέα μορφή αυτοκρατορικής εξουσίας. Όχι πλέον μόνο πετρέλαιο, στρατιωτικές βάσεις και αεροπλανοφόρα, αλλά τσιπ, διακομιστές και γνωστική υποδομή. Η ιστορία του μοντέλου που έσβησε με κυβερνητικό διάταγμα καταδεικνύει ότι αυτή η κυριαρχία δεν είναι μια αφαίρεση: είναι ένας πολύ συγκεκριμένος μοχλός, ικανός να ανάψει και να σβήσει την τεχνητή σκέψη του πλανήτη από το γραφείο ενός υπουργείου Εξωτερικών.

Χειρισμός με τα δύο χέρια

Αυτή η ιστορία καταδεικνύει ότι η τεχνητή σκέψη του πλανήτη μπορεί να απενεργοποιηθεί από το γραφείο ενός υπουργείου Εξωτερικών. Αλλά το κυβερνητικό δεν είναι το μόνο χέρι ακουμπισμένο στον διακόπτη. Ακόμα και χωρίς εκτελεστική εντολή, η ίδια ενέργεια μπορεί να εκτελεστεί από τους ιδιώτες ηγέτες αυτών των πολυεθνικών. Η υποδομή που επεξεργάζεται και διακινεί τη γνώση του κόσμου απαντά πράγματι σε δύο κυριαρχίες, αμφότερες αποκλεισμένες από την ψηφοφορία: αφενός, στον μηχανισμό ασφαλείας του Κράτους στο οποίο έχουν την έδρα τους οι εταιρείες, και υπό τη δικαιοδοσία του οποίου λειτουργούν· αφετέρου, στην ιδιωτική διακυβέρνηση των διοικητικών συμβουλίων που κατέχουν τις μηχανές και αποφασίζουν πότε ενεργοποιούνται και πότε απενεργοποιούνται/ανάβουν, σβήνουν.

Η περίπτωση του Έλον Μασκ είναι εμβληματική από αυτή την άποψη. Τον σεπτέμβριο του 2022, κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία, ο ιδιοκτήτης της SpaceX και του δορυφορικού δικτύου Starlink αρνήθηκε την ενεργοποίηση της κάλυψης στην κρίσιμη στιγμή μιας ουκρανικής ναυτικής επιχείρησης εναντίον του ρωσικού στόλου που ήταν αγκυροβολημένος στη Σεβαστούπολη: τα επιφανειακά drones, έχοντας χάσει την καθοδήγηση, προσάραξαν στην ακτή και η επίθεση απέτυχε. Σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα του Reuters, παρόμοια διακοπή λειτουργίας διατάχθηκε πάνω από την περιοχή της Χερσώνας κατά την αντεπίθεση το φθινόπωρο του 2022, αφήνοντας ολόκληρες μονάδες σε κενό επικοινωνίας, με τα αναγνωριστικά drones να έχουν τυφλωθεί και το πυροβολικό χωρίς συντεταγμένες. Οι εκδοχές διαφέρουν ως προς τις λεπτομέρειες – εάν επρόκειτο για απενεργοποίηση είτε για άρνηση ενεργοποίησης μιας υπηρεσίας που δεν εξουσιοδοτήθηκε ποτέ σε εκείνη την περιοχή – αλλά η ουσία είναι αναμφισβήτητη: ένα μεμονωμένο άτομο, που δεν είναι υπόλογος ούτε στο κοινοβούλιο ούτε σε κάποιο εκλογικό σώμα, ήταν σε θέση να καθορίσει την έκβαση ενός πολεμικού επεισοδίου με μια απόφαση που ελήφθη στην ιδιωτική σφαίρα.

Είτε το χέρι στο κουμπί είναι του Κράτους είτε ενός διοικητικού συμβουλίου, το αποτέλεσμα για τον πολίτη παραμένει αμετάβλητο: αποκλείεται, έτσι κι αλλιώς. Αυτή η διττότητα δεν μειώνει στο μισό το πρόβλημα που έθεσε ο Αλιέντε, το διπλασιάζει. Η υποδομή που σκέφτεται τον κόσμο είναι μια ατομική ιδιοκτησία που έχει τεθεί υπό δικαιοδοσία ασφαλείας, και η εξουσία να διακόπτει/σβήνει τη σκέψη ή την επικοινωνία μπορεί να πέσει εξίσου εύκολα από ένα κυβερνητικό γραφείο όσο και από μια αίθουσα συνεδριάσεων μιας εταιρείας. Και στις δύο περιπτώσεις, η υπόσχεση μιας τεχνολογίας που εξυπηρετεί τους πολλούς/στην υπηρεσία των πολλών παραμένει μετέωρη, εξαρτημένη από την έγκριση λίγων, ανακλητή ανά πάσα στιγμή.

Κυβερνοκομμουνισμός και κυβερνοφασισμός: δύο χρήσεις του ίδιου νερού

Είναι από αυτή την αντίφαση που εκφράζεται και πάλι σήμερα ο όρος κυβερνοκομμουνισμός, έξω από τα μουσεία της νοσταλγίας. Δεν πρόκειται για επιστροφή στα ηττημένα μοντέλα του εικοστού αιώνα, ούτε για αντικατάσταση της πολιτικής με υπολογιστές. Είναι η υπόθεση πως οι ψηφιακές τεχνολογίες, ο αυτοματισμός και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να προσανατολιστούν στην ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών αντί για τη μεγιστοποίηση του ιδιωτικού κέρδους. Ορισμένοι μελετητές του δημοκρατικού σχεδιασμού υποστηρίζουν εδώ και καιρό ότι η υπολογιστική ισχύς που είναι διαθέσιμη σήμερα θα μας επέτρεπε να ξεπεράσουμε πολλούς από τους τεχνικούς περιορισμούς που κάποτε καθιστούσαν τον οικονομικό σχεδιασμό μεγάλης κλίμακας ανέφικτο/ανεφάρμοστο, και το έχουν κάνει επικαλούμενοι ρητά την κληρονομιά εκείνου του χιλιανού σχεδίου/πλάνου που διακόπηκε από τα τανκς.

Η ίδια υποδομή, ωστόσο, μπορεί να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα. Το δίκτυο που θα μπορούσε να υποστηρίξει τον συμμετοχικό σχεδιασμό μπορεί να μετατραπεί στον πιο διαδεδομένο μηχανισμό επιτήρησης που έχει ποτέ συλληφθεί. Αυτή είναι η σκοτεινή πλευρά που μπορούμε να ονομάσουμε κυβερνοφασισμό: η συγκέντρωση της τεχνολογικής δύναμης στα χέρια πολιτικών, οικονομικών και τεχνοκρατικών ελίτ, και η υποβάθμιση των πολιτών σε αντικείμενα παρακολούθησης, δημιουργίας προφίλ και χειραγώγησης. Τα δύο σενάρια μοιράζονται τα ίδια εργαλεία – δεδομένα, δίκτυα, αλγόριθμους – και διαφέρουν μόνο στην οντότητα, το υποκείμενο που ασκεί τον έλεγχο και στον σκοπό για τον οποίο το προορίζει. Είναι η διαφορά μεταξύ ενός φράγματος και ενός υδραγωγείου: το ίδιο νερό, φραχμένο για να κυριαρχήσει ή διοχετευόμενο για να εξυπηρετήσει την κοινότητα. Η τεχνολογία, από μόνη της, δεν αποφασίζει τίποτα. Είναι η κοινωνική οργάνωση που καθορίζει εάν τα ψηφιακά εργαλεία θα καταστούν μέσα χειραφέτησης ή κυριαρχίας. Και με τον τρόπο με τον οποίο ένα μοντέλο ενεργοποιείται/ανάβει, πωλείται και στη συνέχεια απενεργοποιείται/σβήνει από ανώτερη εντολή, μπορούμε ήδη να διακρίνουμε/να διαβάσουμε ποιο από τα δύο αποτελέσματα/εκβάσεις προετοιμάζει το τρέχον σύστημα.

Το κουμπί και η δημοκρατία

Η πιο πολύτιμη κληρονομιά εκείνης της χιλιανής προσπάθειας δεν αφορά την επιστήμη των υπολογιστών, την πληροφορική, αλλά την πολιτική φαντασία. Ο Αλιέντε και οι οπαδοί του είχαν το θάρρος να θέσουν ένα ερώτημα που σήμερα επιστρέφει άθικτο/ανέπαφο/ακέραιο: είναι δυνατόν να χρησιμοποιήσουμε τις πιο προηγμένες τεχνολογίες όχι για να ενισχύσουμε τη δύναμη των λίγων, αλλά για να επεκτείνουμε τη δημοκρατία μέχρι μέσα στην οικονομία; Για πάνω από μισό αιώνα, το ερώτημα αυτό αντιμετωπίστηκε ως μια ηττημένη ουτοπία. Ωστόσο, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και του αυτοματισμού, φαίνεται πολύ λιγότερο μη ρεαλιστικό από ό,τι το 1973. Αυτό που έλειπε τότε – η υπολογιστική ισχύς – είναι σήμερα σε αφθονία. Το μόνο που λείπει είναι η συλλογική ιδιοκτησία των εργαλείων.

Το μοντέλο που έσβησε στις 5:21 μ.μ. μια παρασκευή του ιουνίου είναι η, αδιάσειστη και οριστική, απόδειξη ότι το ψηφιακό μέλλον απέχει πολύ από το να είναι ουδέτερο και δεν ανήκει σε όσους το χρησιμοποιούν. Είναι η πρώτη φορά που μια οδηγία ελέγχου των εξαγωγών χτυπά όχι ένα τσιπ ή ένα σύνολο δεδομένων – un chip o un dataset, αλλά μια τεχνητή νοημοσύνη που βρίσκεται ήδη σε λειτουργία, πλέον στα χέρια εκατομμυρίων ανθρώπων. Ένα νέο νομικό πεδίο, στο οποίο η πρόσβαση στην τεχνητή νοημοσύνη καθίσταται ζήτημα εθνικής ασφάλειας και ισορροπίας δυνάμεων/σχέσεων δύναμης μεταξύ Κρατών και κεφαλαίων. Όσο η υποδομή που επεξεργάζεται τη γνώση του κόσμου θα παραμένει ιδιοκτησία λίγων ιδιωτών και κρατείται όμηρος από τους μηχανισμούς ασφαλείας, κάθε υπόσχεση εκδημοκρατισμού θα μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή, με μια απλή επιστολή που θα σταλεί αργά το απόγευμα.

Το εξαγωνικό δωμάτιο που σχεδίασε ο Μπιρ καταστράφηκε από τους στρατιωτικούς επειδή ενσάρκωσε μια επικίνδυνη ιδέα: ότι η μηχανή μπορούσε να εξυπηρετήσει τους πολλούς και όχι τους λίγους. Αυτός ο κίνδυνος, σήμερα, δεν έχει εξουδετερωθεί. Απλώς έχει αφαιρεθεί από τη συλλογική συνείδηση, έχει θαφτεί κάτω από τη ρητορική της καινοτομίας και την ψευδαίσθηση της προόδου χωρίς αφέντες. Το να τον επαναφέρουμε στο φως, να ανακτήσουμε/διεκδικήσουμε τα δεδομένα ως κοινό αγαθό και τις ψηφιακές υποδομές ως δημοκρατικά διακυβερνώμενες, δεν είναι μια νοσταλγική άσκηση. Είναι το υψηλότερο διακύβευμα της εποχής μας. Διότι όποιος κατέχει τη μηχανή που σκέφτεται τον κόσμο, τελικά, κατέχει επίσης τη δύναμη να αποφασίσει τι είδους κόσμο επιτρέπεται να σκεφτόμαστε.

Fonti Πηγές

Anthropic, Statement on the US government directive to suspend access to Fable 5 and Mythos 5, 12 giugno 2026.

CNBC, Anthropic disables access to Fable 5 and Mythos 5 to comply with government directive, 12 giugno 2026.

9to5Mac, Anthropic pulls Claude Mythos 5 and Claude Fable 5 following US government directive, 12 giugno 2026.

Anthropic, Statement on the comments from Secretary of War Pete Hegseth, 27 febbraio 2026, sulle due eccezioni rivendicate dall’azienda: nessun impiego in armi pienamente autonome e nessuna sorveglianza di massa della popolazione.

The New York Times e TechCrunch, sulla designazione di Anthropic come «rischio per la catena di approvvigionamento» da parte del Pentagono, 5 marzo 2026.

CNN Business, sulla decisione della giudice federale Rita Lin che ha bloccato la misura giudicandola ritorsiva e «orwelliana», 26 marzo 2026.

heise online, US government forces shutdown of Anthropic’s Fable 5 and Mythos 5, 13 giugno 2026, sul nesso tra la direttiva di giugno e il contenzioso pregresso tra l’azienda e la burocrazia della sicurezza.

Eden Medina, Cybernetic Revolutionaries: Technology and Politics in Allende’s Chile, MIT Press, 2011.

Voce Project Cybersyn, con riferimenti al mainframe IBM 360/50, alla rete di telescriventi Cybernet e alla sala operativa distrutta dopo il golpe dell’undici settembre 1973.

Walter Isaacson, Elon Musk, Simon & Schuster, 2023, e successive inchieste di Reuters e Ukrainska Pravda sulla mancata attivazione o disattivazione della copertura Starlink durante l’attacco navale ucraino a Sebastopoli del settembre 2022 e durante la controffensiva di Kherson.

Paul Cockshott e Allin Cottrell, Towards a New Socialism, 1993, sull’attualità della pianificazione democratica nell’era del calcolo digitale.

Stanford AI Index Report 2026, sui modelli di frontiera a matrice privata (oltre il 90 per cento) e sulla crescita della potenza di calcolo (circa 3,3 volte l’anno dal 2022).

Dati sulla distribuzione globale della capacità computazionale (Stati Uniti 44 per cento, Cina 25 per cento, Europa 16 per cento) e sulla dipendenza strutturale dalla filiera dei semiconduttori avanzati.

«Quando l’ingiustizia si fa legge, ribellarsi diventa un dovere»

Licenza Creative Commons CC BY-NC-SA 4.0Μιχάλης ‘Μίκε’ Μαυρόπουλος    Un blog di Rivoluzionari Ottimisti

Προηγούμενο άρθρο

Συνάντηση εργασίας του Προέδρου του ΣΕΜΜ-Θ με τον Θεματικό Αντιπεριφερειάρχη Ανάπτυξης ΑΜΘ Αλέξανδρο Ιωσηφίδη

Επόμενο άρθρο

Τηλεοπτική καταγραφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη