• 16 Οκτωβρίου 2021,

Το Βουνοχώρι από το 1922 μέχρι & σήμερα: Μια ιστορική «ξενάγηση» από το Χρήστο Κελέση (φωτογραφίες)

 Το Βουνοχώρι από το 1922 μέχρι & σήμερα: Μια ιστορική «ξενάγηση» από το Χρήστο Κελέση (φωτογραφίες)

Βουνοχώρι, το πιο ορεινό χωριό της περιφερειακής ενότητας Καβάλας, με υψόμετρο 830 μέτρων στην πλατεία του χωριού.

Σε άλλα σημεία του χωριού το υψόμετρο φτάνει στα 870 μέτρα. Πριν ονομαστεί Βουνοχώρι ονομαζόταν Μουχάλ.

Το χωριό αυτό έχει ιστορία αιώνων.

Από μια ιστορική πηγή σε κείμενα που υπάρχουν στο Άγιο Όρος και στο Εθνολογικό Μουσείο των Ελλήνων της Καππαδοκίας στη Νέα Καρβάλη (όχι όμως έγκυρη 100%), μαθαίνουμε ότι στο Βουνοχώρι έζησε ο Άγιος Ευστάθιος, Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας όταν τον εξόρισαν οι Αρειανιστές με την Οικουμενική Σύνοδο του 330 μ.Χ.

Ήρθε εξόριστος στους Φιλίππους και από εκεί, επειδή δεν τον δέχθηκαν, ανέβηκε και έμεινε πάνω από τους Φιλίππους, στο σημερινό Βουνοχώρι. Μαζί του ήρθαν και μόνασαν και άλλα άτομα από τις γύρω περιοχές. Αργότερα δημιουργήθηκε μοναστήρι στο όνομα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και όταν ήρθαν οι πρώτοι μουσουλμάνοι ονόμασαν το χωριό τους Μουχάλ δηλαδή Μιχάλης.

Έτσι μπορούμε να πούμε ότι ο πρώτος κάτοικος του χωριού ήταν ο Άγιος Ευστάθιος, τη μνήμη του οποίου του τιμούμε στις 21 Φεβρουαρίου. Όλα αυτά όμως, όπως προαναφέραμε, δεν είναι τόσο αξιόπιστα στοιχεία.

Πριν 98 χρόνια όμως (το 1922) ήρθαν κάποιες οικογένειες Ρωμιών προσφύγων από το Πασάκιοϊ ( οι πρόσφυγες έλεγαν ότι το Πασάκιοϊ ανήκε στο Καρτάλι ή Καρτακλί) Κωνσταντινούπολης, πού ανήκε στην επαρχία της Βιθυνίας. Χριστιανοί στο θρήσκευμα.

Οι πρόσφυγες που ήρθαν ήταν οι οικογένειες των: Δαγλή, Κεχαγιά, Κόλλια ή Κολλιός, Μίλκογλου, Μουτάφη,Τότογλου και Χηντήρη. Άλλοι περπατώντας , άλλοι ανεβασμένοι σε άλογα και σε κάρα, διανύοντας μια απόσταση 450 χιλιομέτρων, εξαντλημένοι έφτασαν στο Μουχάλ. Μερικοί πέθαναν από τις κακουχίες όπως ο προπάππους μου Θεοδόσης (παππούς της μάνας μου). Αυτός με τα παιδιά του, Παναγιώτη και Σοφία, μαζί με τα αδέρφια του Αναστάσιο και Αντώνη, πήγαν στην Φλώρινα: εκεί πέθανε, όπως ανέφερα παραπάνω.

Ενώ ονομάζονταν Θεοδοσίου, κατά την εγγραφή τους αργότερα στο Βουνοχώρι ονομάστηκαν Δομουτζόγλου , όπως πολλοί άλλοι πρόσφυγες κατά την εγγραφή τους. Οι κατά τόπου γραμματείς, εν αγνοία των προσφύγων, άλλαξαν τα επώνυμα τους με βάση με το τι επάγγελμα έκαναν.

Ονομάστηκαν Δομουτζόγλου επειδή την ώρα της εγγραφής μπαίνει μέσα στο καφενείο ο γιος του Αναστάσιου και της Βασιλικής, ο μικρός Δημήτριος Θεοδοσίου, που ο πατέρας του ο Αναστάσης (κατά την απογραφή έλειπε) ήταν έμπορος ζώων, εμπορευόταν γουρούνια και άλογα. Ρωτάει ο γραμματέας

τους χωριανούς ποιος είναι αυτός; Και αυτοί του απαντούν στα τουρκικά είναι ο Ντομούζ ογλού δηλαδή το παιδί του γουρουνά (στα τουρκικά το γουρούνι λέγεται ντομούζ και το παιδί ογλού). Έτσι ο γραμματέας αντί για Θεοδοσίου έγραψε Ντομουζόγλου Δημήτρης, το οποίο αργότερα το άλλαξαν όλοι σε Δομουτζόγλου.

Έτσι όλα τα αδέρφια Θεοδοσίου σε μια στιγμή απέκτησαν άλλο επώνυμο. Όπως οι Τοκτόρογλου αντί να εγγραφούν σαν Σαρικλόγλου κατά την εγγραφή τους γράφτηκαν Ντοκτόρογλου, παιδιά του Ντοκτόρ δηλαδή του γιατρού.

Με το που ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες σε αυτό το ορεινό χωριό βρήκαν να κατοικείται από περίπου 600 άτομα διαφορετικής όμως θρησκείας. Ήταν μουσουλμάνοι, αλλά αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για να συνυπάρξουν αρμονικά.

Μουσουλμάνοι και χριστιανοί δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν, τι να τους χωρίζει δηλαδή; Όπως λέει και το τραγούδι: Τούρκος εγώ κι εσύ Ρωμιός κι εγώ λαός κι εσύ λαός εσύ Χριστό κι εγώ Αλλάχ όμως κι οι δυο μας αχ και βαχ.

Οι Μουσουλμάνοι άνδρες, όπως εξιστορούσαν αργότερα οι πρόσφυγες από το Πασάκιοϊ, πολλές φορές την μέρα την έβγαζαν στα τρία καφενεία που είχε το χωριό. Τα βράδια κατέβαιναν στα χωριά κοντά στην Ελευθερούπολη και στα χωριά του κάμπου και έκλεβαν. Οι γυναίκες πήγαιναν στα χωράφια όπου καλλιεργούσαν καπνά, φασόλια,καλαμπόκια, ρεβύθια και σιτάρια.

Ο Αγάς του χωριού έμενε στον κάτω μαχαλά του χωριού, στο σπίτι του Εμή, στου Παντέλνταη Φιτνεόγλου δηλαδή, και είχε τρεις γυναίκες. Όπως έλεγαν οι πρόσφυγες την μια την είχε για τις δουλειές του σπιτιού, μάλιστα αυτή είχε κινητικά προβλήματα (κούτσαινε), την άλλη για τις εργασίες στα χωράφια, ενώ η τρίτη βοσκούσε τα ζώα.

Τα νεκροταφεία τους ήταν δυτικά του χωριού στην τοποθεσία Γκιόλα καθώς και ανατολικά, κάτω από τα σπίτια των Σαχούδων. Το τζαμί τους ήταν εκεί που είναι σήμερα η εκκλησία του χωριού. Η εκκλησία, μέχρι να πάρει την σημερινή της μορφή, γκρεμίστηκε και αναπαλαιώθηκε τέσσερις φορές.

Πρώτος παπάς που ιερούργησε στην εκκλησία του χωριού μας χωριού όπως άκουσε αργότερα ο Θεόδωρος (Θοδώρακης) Δομουτζόγλου του Αντώνη (Αντώνταη) από ιστορίες στα καφενεία του χωριού, και όπως είπε η Παρασκευή Τοκτόρογλου (Ταμούς) αργότερα στην κόρη της Αλεξάνδρα Τανατζή.

Ο παπά Αυγερινός ( ο οποίος ανήκε όμως στην εκκλησία της Λιμνιάς ) όταν πήγε για πρώτη φορά να κάνει λειτουργία στην στην εκκλησία ( που ήταν σαν τζαμί, φαίνεται ακόμα δεν είχε φτιαχτεί η εκκλησία τους) πήγαν μόνο οι γυναίκες. Οι άνδρες ήταν στο καφενείο του Εμή.

Ο ιερέας πήγε και τους κατσάδιασε αλλά αυτοί χαμογελώντας του λένε : πάτερ Αυγερινέ κάθισε πιες δύο κονιάκ , και εμείς την άλλη φορά θα έρθουμε όλοι. Ο παπά Αυγερινός τι να κάνει; Κάθισε και ήπιε τα κονιάκ του.

Ο πάτερ Αυγερινός όμως στην τρίτη Βουλγάρικη κατοχή οι Βούλγαροι με την βία τον πήραν από την Λιμνιά και δεν τον ξανάδαν οι Βουνοχωρίτες μα ούτε και οι Λιμνιώτες ούτε αυτός τους επισκέφθηκε ποτέ.

Το πιο πιθανό είναι να πιάστηκε αιχμάλωτος και να στάλθηκε στην Βουλγαρία στα τάγματα εργασίας, στα καταναγκαστικά έργα ,”Ντουρντουβάκια” τους αποκαλούσαν οι Βούλγαροι και οι οποίοι εργάζονταν σε απάνθρωπες συνθήκες και πολλοί πέθαναν από τις κακουχίες.

ΟΙ σημερινοί πια γέροντες θυμούνται καλά τον Πάτερ Ανέστη (Αναστάσιο) Παπαδόπουλο από το Λυκόστομο ( ευχαριστώ τον πάτερ Γεώργιο Γεωργιάδη για τις πληροφορίες του περί των ιερέων του χωριού και για τον Άγιο Ευστάθιο ) πρόσφυγα από τον Πόντο, όπου ιερουργούσε και ανήκε στην εκεί εκκλησία, και ερχόταν μαζί με την γυναίκα του Σοφία και πραγματοποιούσε την Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία μερικές φορές στην Εκκλησία του Βουνοχωρίου.

Ή οποία γυναίκα του ήταν πρακτικός γιατρός.

Ενώ στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ήρθε ιερέας στο χωριό μας ο τσέτε παππάς ο Πάτερ Παύλος Μιχαηλίδης από το Κρυονέρι, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο οποίος πάντρεψε τους γονείς μου όπως και σχεδόν όλα τα παιδιά των προσφύγων.

Ενώ βάπτισε εμένα και όλα τα αδέρφια μου. Είχε κάποιες εμμονές με πολλές δυσκολίες βάπτιζε παιδιά στα οποία τάχα, θα δίνονταν τούρκικα ονόματα όπως π.χ. Ζαχαρούλα, Σουλτάνα.

Στις αρχές του 1924 ήρθαν και τα παιδιά του Θεοδόση Θεοδοσίου από την Φλώρινα. Παναγιώτης, Αναστάσιος, Αντώνης, Σοφία μαζί με την μητέρα τους Αναστασία που πέθανε όμως μετά από λίγα χρόνια.

Ο Παναγιώτης Πάντσος ( παππούς μου , πατέρας της μητέρας μου ) όπως τον φώναζαν όλοι γεννημένος το 1890 στο Πασάκιοϊ

έκανε φαντάρος 13 χρόνια ( 1909 – 1922 ) , υπηρετώντας στον Οθωμανικό στρατό συμμετείχε σε τρεις πολέμους, στον Α’ Βαλκανικό, όπου κρατήθηκε αιχμάλωτος πολέμου για 3 χρόνια στην Βουλγαρία, στον Β’ Βαλκανικό, ενώ πολέμησε και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όπως εξιστορούσε αργότερα σε κάποια εκστρατεία επειδή δεν είχαν να φάνε έτρωγαν τους καρπούς του καλαμποκιού, όταν αφόδευαν τα άλογα και τα μουλάρια πού είχαν μαζί τους.

Για δύο χρόνια πρόσφυγες και γηγενείς έπιναν και τραγουδούσαν μαζί στα γλέντια και πολλές φορές βοηθούσε ο ένας τον άλλον στα χωράφια.

Ώσπου μια μέρα ήρθε διαταγή οι μουσουλμάνοι να φύγουν και να πάνε ως πρόσφυγες στην Σαμψούντα και στην θέση τους να έρθουν οι Καραμανλήδες από το ένα χωριό που το έλεγαν Γκιολτζούκ από τη Νίγδη της Καππαδοκίας.

Τι να κάνουν οι μουσουλμάνοι, με κρύα καρδιά μαζεύουν ότι υπάρχοντα μπορούν να πάρουν μαζί τους και τα φορτώνουν είτε στην πλάτη τους είτε στα ζώα τους και παίρνουν τον δρόμο για το λιμάνι της Καβάλας, τον πικρό δρόμο της προσφυγιάς δηλαδή.

Ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού, κρύβουν τις λίρες τους σε διάφορες τοποθεσίες ή ακόμα και μέσα στις πρώην πια πατρικές οικίες τους.

Έτσι πριν πέντε καλοκαίρια, μετά από 91 χρόνια, κάποιος απόγονος ενός μουσουλμάνου πρόσφυγα ήρθε μαζί με δύο ακόμα άτομα και βρήκαν ένα μικρό κιούπι με λίρες στην περιοχή της γκιόλας ανάμεσα σε δύο μεγάλα βράχια. Τον λάκκο που είχε μέσα το κιούπι αργότερα το σκέπασε ένας κτηνοτρόφος γιατί υπήρχε κίνδυνος να πέσουν μέσα τα κατσίκια του.

Κρύβοντας τις λίρες είχαν την ελπίδα ότι η προσφυγιά τους θα είναι προσωρινή , όπως και έκαναν και μερικοί από τους Χριστιανούς πρόσφυγες του χωριού στα δικά τους πατρικά σπίτια στο Πασάκιοϊ.

Χρόνια αργότερα ένας από αυτούς έλεγε στα παιδιά του “τώρα να πάω στο χωριό που γεννήθηκα θα βρω τις λίρες που έκρυψα” ή όπως έκαναν και οι πρόσφυγες στο Γκιολτζούκ αργότερα.

Οι μουσουλμάνοι, λοιπόν, του Μουχάλ πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς, από τον οποίο όμως δεν θα επέστρεφαν ποτέ, αντίθετα με ότι πίστευαν. Στο λιμάνι της Καβάλας φόρτωσαν τα υπάρχοντα τους και μερικοί τα ζώα τους, όσα δεν πούλησαν στους μέχρι τότε συγχωριανούς τους, που με δάκρυα στα

μάτια τους αποχαιρέτησαν για τελευταία φορά. Πώς τα φέρνει η άτιμη ή ζωή, πριν δύο χρόνια οι χριστιανοί έφυγαν από την πατρογονική τους γη, τώρα οι μουσουλμάνοι.

Τουλάχιστον οι Μουσουλμάνοι δεν έφυγαν κυνηγημένοι με τον φόβο μην τους σκοτώσουν.

Μετά από λίγο καιρό ήρθαν στην θέση τους νέοι πρόσφυγες, ξεριζωμένοι και διωγμένοι όπως οι Πασακιολήδες. Αυτοί ήταν Καππαδόκες οι λεγόμενοι Καραμανλήδες (Καραμανίδες ήταν το σωστό γιατί κατοικούσαν στην Καραμανία στην περιοχή της αρχαίας Κιλικίας). Όλοι τους ήταν από το χωριό Γκιολτζούκ της Νίγδης, εκτός από έναν πού ήταν γαμπρός στο Γκιολτζούκ και ήταν Λαζός.

Συγκεκριμένα, ήρθαν οι οικογένειες των : Ιγδίσογλου( Σαχούδες), Δαμιανίδη, Ελευθεριάδη, (του πάνω μαχαλά), Καραμανλή, Καραπρώιμου, Καρασαββόγλου, Τανατζή, Τοκτόρογλου (κανονικά λέγονταν Σαρικλόγου), Φιτνέογλου και η οικογένεια του Ιωάννη Ελευθεριάδη.

Ο Ιωάννης Ελευθεριάδης, Γιουβάναγας όπως τον φώναζαν είχε έρθει μόνος του ή το 1918 ή το 1919 στην Καβάλα και άνοιξε ένα χάνι στην περιοχή της Καμάρας. Αργότερα το 1923 ήρθε η γυναίκα του Κυριακούλα και ο πατέρας του όπως και όλα τα αδέρφια του, Συμεών, Τριανταφυλιά και Αναστασία.

Κατόπιν το 1924 έμαθε από τον Μιχάλη Δαμιανίδη (Τακαβίτης) και τον Παντέλνταη ( Φιτνέογλου) πρώην συγχωριανοί του από το Γκιολτζούκ το 1924, ότι έχει πολύ καλό κλίμα στο Μουχάλ και έτσι μαζί με τα αδέρφια του και τους γονείς του, πού πρίν έρθουν στην Καβάλα, πρώτα έφθασαν με πλοίο στον Πειραιά κατόπιν πήγαν στον Βόλο (όπως και έκαναν και άλλοι πρόσφυγες από το Μουχάλ) και μετά ήρθαν στην Καβάλα.

Έτσι ανέβηκαν στο πιο ορεινό χωριό της Καβάλας πουλώντας το χάνι και το σπίτι του.

Πλούσιοι και φτωχοί ήταν το ίδιο, πια όλοι ήταν πρόσφυγες. Με πορεία 1.220 χιλιομέτρων, άλλοι πάνω σε κάρα άλλοι περπατώντας δεκάδες χιλιόμετρα, ενώ πολλοί «τυχεροί» μετακινήθηκαν με τρένο.

Πολλοί ήρθαν ορφανοί από την Τουρκία, όπως η γιαγιά μου Αναστασία Τοκτόρογλου (μητέρα της μάνας μου) και τα αδέρφια της Χαραλάμπης ( Χαρλέμπνταης), Ιωάννης (Γιουβαντάης) κανονικά λέγονταν Σαρικλόγου αλλά επειδή ο πατέρας τους Αναστάσιος ήταν γιατρός στο Γκιολτζούκ στην απογραφή γράφτηκαν Ντοκτόρογλου όπως είχαμε αναφέρει πιο πάνω. Ο πατέρας τους πέθανε από μια αρρώστια, η κόρη του Αναστασία μόλις πριν λίγους μήνες είχε γεννηθεί.

Ενώ όταν ήταν περίπου οκτώ χρονών η γιαγιά μου Αναστασία οι Τούρκοι μπροστά στα μάτια της καθώς και μπροστά σε όλα στα αδέρφια της σκότωσαν την μάνα τους καθώς και πολλούς συγγενείς τους.

Την ίδια τύχη είχε και ο πρώην σύζυγος της γιαγιάς μου Παρασκευής το γένος Τανατζή (μητέρα του πατέρα μου) ο Δημήτρης Τσότογλου, τον οποίο σκότωσαν οι Τούρκοι το 1921. Και έτσι η γιαγιά μου χήρα πια, αγκαλιά με τον μικρό Κυριάκο ξεκίνησε μόνη της τον δρόμο της προσφυγιάς.

Όλοι αυτοί κατέληξαν στο λιμάνι της Μερσίνας, στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας. Από εκεί με πλοίο έφτασαν στο λιμάνι του Βόλου και μετά από παραμονή δύο εβδομάδων, πάλι ξεκίνησαν για μια άλλη περιοχή και κατέληξαν στην Καβάλα. Κουρασμένοι πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι, πολλοί άρρωστοι

από τις κακουχίες κάνοντας τόσα χιλιόμετρα. Μεγάλοι μικροί, πολλά παιδιά ορφανά, όπως η γιαγιά μου και τα αδέρφια της (μητέρα της μάνας μου). Πήραν τον δρόμο για το Μουχάλ, ανέβαιναν, ανέβαιναν και τελειωμό δεν είχε αυτή ή ανηφόρα με τον κακοτράχαλο δρόμο (δρόμο να το πει κανείς ), που χωρούσε ίσα ίσα ένα άλογο. Μετά από πορεία σχεδόν μισής ημέρας έφτασαν στο πιο ορεινό χωριό της Καβάλας, χωρίς να

γνωρίζουν όμως ακόμα ότι εδώ θα ήταν πια η νέα τους πατρίδα. Μέσα τους είχαν τον καημό και την ελπίδα ότι θα ξαναγύριζαν στην πατρογονική τους γη, στο αγαπημένο τους Γκιολτζούκ.

Καημός μα τι καημός; η προσφυγιά εύκολα ξεχνιέται; Μπορείς να ξεχάσεις την πατρίδα στην οποία γεννήθηκες;

Εκεί είδες το πρώτο φως, εκεί έκανες τα πρώτα σου βήματα, εκεί είπες τις πρώτες σου λέξεις. Πώς να λησμονήσεις το πρώτο σου παιχνίδι, το πρώτο δώρο που έλαβες, το πρώτο σου φιλί, τον πρώτο σου έρωτα; Ξεχνιούνται όλα αυτά; Κάθε στιγμή έρχονται στο νου σου. Αν είσαι και μεγάλος, μπορείς να ξεχάσεις τον αρραβώνα και τον γάμο σου; Το γλέντι που επακολούθησε. Τις συγκλονιστικές στιγμές στα γεννητούρια του πρώτου σου παιδιού.

Το σπίτι που έχτισες με τα χέρια σου. Τις γιορτές και τα γλέντια με συγγενείς και φίλους.

Γρήγορα όμως, ήθελαν δεν ήθελαν, οι προτεραιότητες άλλαξαν. Έπρεπε να ξεκινήσουν μια νέα ζωή,να συνηθίσουν στην ιδέα ότι εδώ ήρθαν για να μείνουν και όχι να έχουν στο νου τους την γρήγορη επιστροφή στα πάτρια εδάφη.

Έτσι, εγκαταστάθηκαν στα σπίτια που άφησαν φεύγοντας οι πρώην κάτοικοι του χωριού . Σιγά σιγά, μαζί με τους άλλους πρόσφυγες, άρχισαν να καλλιεργούν την γη που μέχρι τώρα την είχαν στην κατοχή τους οι μουσουλμάνοι.

Όλοι μαζί Πασακιολήδες και Καραμανλήδες προσπαθούν την σκληρή και πολλές φορές πετρώδης γη να την κάνουν καλλιεργήσιμη.

Το κράτος αργότερα κατά τα έτη 1932 – 1935 θα κάνει διανομή της γης στο χωριό. Όλοι πια έχουν κι ένα κομμάτι γης δικό τους. Το χωριό όμως, με απόφαση της κυβέρνησης με το υπ’ αριθμ. ΦΕΚ 81Α – 14-05-1928 και με την υπογραφή του κυβερνήτη της Ελλάδας Παύλου Κουντουριώτη, παύει να ονομάζεται Μουχάλ , αλλά έχει νέο όνομα .

Τι πιο φυσιολογικό να το λένε Βουνοχώρι, με υψόμετρο 830 μέτρων; Είναι το πιο ορεινό χωριό του νομού και το 1924 κατοικείται από 41 οικογένειες με πληθυσμό 165 άτομα.

Ενώ νωρίτερα το με το υπ’ αριθμ. ΦΕΚ 193Α – 14/08/1924 Ο οικισμός αποσπάστηκε στο νομό Καβάλας από το νομό Δράμας.

Το 1930 ήρθε στο χωριό και ένας Θρακιώτης με καταγωγή από το Ακαλάν επαρχίας Ορτάκιοϊ της Δυτικής Θράκης σημερινό Ιβαΐλοβγκραντ (Βουλγαρία) ο παππούς μου Κελέσης (Κελεσίδης) Χρήστος , ο οποίος ήρθε από την Μπέριστα Δράμας σημερινή Πτελέα με ένα κοπάδι κατσίκια, ενώ η μια αδερφή του Βασιλική έμεινε στο Πρωτοκλησι Έβρου ( σε απόσταση 45 χιλιομετρων από το Ακαλάν), η άλλη η Αυγή πήγε στο Αγιοχώρι Σερρών.

ΤΟ 1935 ήρθε και ο πρώτος Βλάχος, ο Φλώρος Δημήτρης με 700 πρόβατα και 40 άλογα από τα Βουλγαρικά σύνορα. Τέλος το 1949 ήρθε ακόμα ένας βλάχος από το Παλαιοχώρι ο Γούλας Μιλτιάδης με καταγωγή από την Αλατόπετρα Γρεβενών όπως την ίδια καταγωγή είχε και ο πρώτος Βλάχος του Βουνοχωρίου.

Η ζωή στο χωριό δύσκολη όπως η γη, σκληρός αγώνας για επιβίωση. Όμως οι νέοι κάτοικοι ποτέ δεν είχαν προστριβές και δεν μάλωναν αναμεταξύ τους. Έτσι και αλλιώς τι είχαν να χωρίσουν άλλωστε. Όποιος είχε χαρά είχε και όλο το χωριό, όπως και όταν μια οικογένεια είχε λύπη όλο το χωριό ήταν

θλιμμένο. Η αλληλεγγύη ήταν το όπλο τους στην φτώχεια και στις αμέτρητες δυσκολίες που είχαν καθημερινά.

Όμως οι δυσκολίες όπως αναφέραμε αμέτρητες. Δεν υπήρχε ύδρευση. Στα λιγοστά πηγάδια και πηγές οι μητέρες και τα παιδιά περιμένουν με τις ώρες για να πάρουν με τις στάμνες λίγο νερό. Όπως θυμούνται οι ηλικιωμένοι του χωριού συνολικά ήταν πέντε.

Το ένα, με το πιο πολύ νερό, ήταν κάτω από τον πλάτανο. Ακόμα τρία σημεία που υπήρχε νερό ήταν γύρω από την πλατεία. Ένα πηγάδι ήταν κοντά στο σπίτι των Μίλκογλου, από το οποίο με έναν υποτυπώδη σωλήνα έπαιρναν νερό οι οικογένειες των Ιγδίσογλου (Σαχούδων) που ζούσαν ανατολικά του χωριού.

Το χωριό έχει και την Μαμή του, χρέη Μαίας κάνει η Κατίνα (Κατέρνα) Κεχαγιά μητέρα του Χαράλαμπου ή Λάμπος ο αγροφύλακας όπως τον φώναζαν όλοι, ενώ χρέη πρακτικού γιατρού κάνει η Παρασκευή (Παρίς) ή Ταμούς όπως την φώναζαν όλοι σύζυγος του Χαράλαμπου (Χαρλέμνταη) Τοκτόρογλου.

Το 1935 κτίζεται και το σχολείο του χωριού με προσωπική εργασία των Βουνοχωριτών. Ο πρώτος δάσκαλος ονομάζεται Κυριακόπουλος. Αρχίζει ο πόλεμος στην Αλβανία, όπου σκοτώνεται ένας Βουνοχωρίτης, ο Κώστας (Κώτσος) Μουτάφης. Γυρίζει τραυματίας ως ανάπηρος πολέμου ο κυρ Κώστας Ιγδίσογλου (αργότερα το άλλαξε σε Γιτίσογλου). Το ελληνικό κράτος αργότερα θα του χορηγήσει άδεια περιπτέρου, όπως έκανε σε όλους τους ανάπηρους πολέμου.

Η κατοχή αρχίζει. Είναι Μάιος του 1941. Εδώ στις περιοχές της Καβάλας και της Δράμας δεν έχουμε γερμανική, αλλά βουλγαρική κατοχή. Οι Βούλγαροι όρισαν κάποιον Χασάν για πρόεδρο της κοινότητας.Τρίτη κατοχή στην περιοχή της Καβάλας από τους Βουλγάρους.

Είχαν προηγηθεί οι κατοχές του 1912- 1913 και του 1916- 1918, που ήταν η πιο φρικτή. Χιλιάδες Καβαλιώτες πέθαναν από την πείνα και την ασιτία. Τώρα με την τρίτη βουλγάρικη κατοχή έχουμε δολοφονίες χωρικών, όπως του Ιωάννη Τσουλίκου στις αρχές του 1942 σύζυγό της Αναστασίας, κόρη του Ιωάννη Ελευθεριάδη (του Γιουβάναγα), οι αντάρτες του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ ανεβαίνουν στα ορεινά να πολεμήσουν τους κατακτητές.

Οι Βούλγαροι κλέβουν και ρημάζουν ότι βρουν μπροστά τους. Περιουσίες χάνονται, όχι χρήματα, έτσι και αλλιώς ποιος μπορεί να έχει χρήματα; Κλέβουν τις σοδειές, τα ζωντανά. Υπάρχει ένας θρύλος (και όμως είναι πραγματικότητα) που λέει ότι οι Βούλγαροι πήραν το κοπάδι με τα 300 κατσίκια του Μπάρμπα Χρήστου Κελέση ο οποίος πέθανε σε ηλικία 110 ετών το 1982, του Θρακιώτη ή Θράκιλη όπως τον φώναζαν.

Αφού του άρπαξαν τα ζωντανά απειλώντας τον, κατεύθυναν τα ζώα προς τα Κύργια Δράμας. Ο Μπάρμπα Χρήστος όμως, με ένα σφύριγμα του έκανε το κοπάδι να ξαναγυρίσει, ενώ ήταν περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά. Οι Βούλγαροι προσπάθησαν να τα ξαναμαζέψουν, αλλά μάταιος κόπος.

Τα ζωντανά ξαναγύρισαν στον άνθρωπο που τα είχε σαν παιδιά του.


Φθινόπωρο του 1944 τελειώνει η κατοχή από τους Βουλγάρους. Τελειώνει και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος σε λίγους μήνες. Για τους πρόσφυγες του Βουνοχωρίου, όπως και για όλους τους Έλληνες, δεν έχουν τελειώσει τα βάσανα.

Λες και αυτός ο λαός είναι καταδικασμένος να τρώει τις σάρκες του.

Αρχίζει ο εμφύλιος πόλεμος. Κάποιος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού δίνει εντολή όλοι οι κάτοικοι των ορεινών χωριών να αφήσουν τα σπίτια τους και να κατέβουν στην πεδιάδα. Αυτό διαρκεί λίγες ημέρες. Οι πιο πολλές οικογένειες ανεβαίνουν στο χωριό. Λίγες δεν ανεβαίνουν και μένουν για χρόνια κάτω.

Πάλι όμως, μετά από δύο χρόνια, όλοι πια ξανακατεβαίνουν στα χωριά του κάμπου. Άλλες οικογένειες φιλοξενούνται στο Κρυονέρι, άλλες στο Ζυγό, άλλες στους Φιλίππους και στις Κρηνίδες. Οι συνθήκες τραγικές, όσο φτωχοί είναι οι Βουνοχωρίτες άλλο τόσο είναι και οι άνθρωποι που τους φιλοξενούν.

Σε ένα δωμάτιο κοιμούνται ως και 20 άτομα, άλλοι κοιμούνται στους στάβλους. Μα ή ανθρωπιά περισσεύει. Ένα καρβέλι ψωμί μοιράζεται σε όλους, αλλά ή πείνα είναι οδυνηρή. Σε όλες αυτές τις καταστάσεις δημιουργούνται δυνατές φιλίες, ή αλληλεγγύη είναι το φάρμακο για όλα αυτά τα δεινά.

Ακούγεται ότι κάποιος Ανα…ος Ανα..ης ή Πορτούλης από τις Κρηνίδες όπως τον φώναζαν όλοι που πολεμούσε μαζί με τον Εθνικιστή Αντώνη Φωστερίδη γνωστός και με το πολεμικό του όνομα Αντών Τσαούς , το 1948 μέσα στο χωριό σκοτώνει έξι άνδρες και μια γυναίκα του ΕΛΑΣ,τον έναν κάτω από το σχολείο.

Τελειώνει ο εμφύλιος, ο αδελφοκτόνος πόλεμος όπως τον αποκαλούν. Αδερφός σκοτώνει αδερφό, πατέρας ήταν αντίπαλος του γιου. Τι το χειρότερο, τι το πιο τραγικό; Δολοφονείται ο Συμεών Ελευθεριάδης, κάπου κοντά στους Φιλίππους. Ευτυχώς κάποτε όλα αυτά τελειώνουν, στις 30 Αυγούστου του 1949.

Τέλη του 1949 οι Βουνοχωρίτες παίρνουν πάλι την ανηφόρα και ανεβαίνουν στο χωριό. Βλέπουν τα σπίτια τους να έχουν ρημάξει,τα χωράφια να έχουν να καλλιεργηθούν χρόνια. Άντε πάλι από την αρχή. Βοηθάει ο ένας τον άλλον , είπαμε ή αλληλεγγύη είναι το γιατρικό για όλα.

Το σχολείο, ξανανοίγει και δέχεται τους μαθητές, που δεν έχουν την ηλικία όπως έχουν οι τωρινοί μαθητές ενός δημοτικού σχολείου. Ο πρώτος δάσκαλος που καταφθάνει μαζί με την γυναίκα του είναι από την Κέρκυρα ο λεγόμενος Κερκυραίος όπως τον αποκαλούν όλοι και όπως τον έχουμε όλοι ακουστά μέχρι και σήμερα.

Μένουν σε μια καμαρούλα στην οικία του Σταύρου Ελευθεριάδη (δεν ήταν όπως είναι τώρα το σπίτι του κυρίου Σταύρου). Όλοι λένε ότι η συμπεριφορά του ήταν απαράδεκτη. Χτυπούσε αλύπητα τα παιδιά του σχολείου . Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να γίνει κουμπάρος και με τον Δημητράκη Δομουτζόγλου, ό όποιος του βαπτίζει το πρώτο του παιδί. Το ξύλο πάει σύννεφο, με τις ευλογίες πολλές φορές των γονιών. Το ξύλο σε κάνει άνθρωπο έλεγαν, και δώστου ξύλο.

Και τι ξύλο ; Ή βέργα ήταν από κρανιά. Οι γονείς συναγωνίζονταν ποιος θα δώσει στον δάσκαλο την καλύτερη βέργα. Η τιμωρία στο υπόγειο και με ένα πόδι στο πίνακα ή στην σημαία είναι καθημερινό φαινόμενο. Μια μέρα ρωτά ο δάσκαλος τους μαθητές του ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας λέγοντας στα παιδιά να του την δείξουν στον χάρτη. Οι μαθητές συναγωνίζονται ο ένας στον άλλον στο λάθος.

Άσχετα που είναι στην έκτη τάξη άλλος δείχνει το Βουνοχώρι, άλλη την Λιμνιά, άλλος την Καβάλα και πάει λέγοντας, η βέργα πήρε φωτιά, ώσπου το δάχτυλο μιας μαθήτριας (ήταν ή μητέρα μου) δείχνει τυχαία την Αθήνα.

Ο δάσκαλος χαριτολογώντας της λέει, Δημητρούλα μολονότι δεν ήξερες την απάντηση και κατά τύχη την βρήκες γλυτώνεις το ξύλο.

Ο δρόμος που θα συνδέσει το Βουνοχώρι όπως και τα διπλανά χωριά με το Κρυονέρι αρχίζει να κατασκευάζεται το 1950 και τελειώνει το 1955.

Ένας δρόμος υποτυπώδης που όμως ήταν το εφαλτήριο για την μετέπειτα ανάπτυξη του χωριού, εκεί που μόνο ζώα ανέβαιναν μέχρι τώρα στο Βουνοχώρι, τώρα πια φορτηγά και κούρσες κάνουν την εμφάνιση τους. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σταύρος με το επταθέσιο ταξί του, όπως και ο γνωστός σε όλη την γενιά μου ταξιτζής, ο Πέτρος ο “Φαφούτης”, γίνονται πια δικοί μας άνθρωποι.

Ο κυρ Κώστας ανοίγει το περίπτερο του, που σε λίγο καιρό θα γίνει καφενείο, και μαζί με το καφενείο του κυρ Παντελή, του Εμή όπως τον φωνάζουν , δέχονται καθημερινά τους συγχωριανούς τους στα καφενεία.

Οι χωρικοί κουρασμένοι και εξαντλημένοι που ολημερίς ασχολούνται είτε με τα χωράφια είτε με την βοσκή των ζώων κάθονται και πίνοντας τον καφέ τους έξιστορούν το πώς πέρασαν την ημέρα τους. Άλλοι όπως ο Σαβαντάης (Σάββας Καραπρώιμος), ο Νικοκαίας (Νίκος Μουτάφης) έξιστορούν στην Τουρκική γλώσσα (μην ξεχνάμε ότι οι πρόσφυγες μιλούσαν μόνο την Τουρκική γλώσσα) στους νεότερους, ιστορίες με έναν μοναδικό τρόπο: οι παρευρισκόμενοι τους ακούν λες και τα γεγονότα γίνονται εκείνη την στιγμή.

Όπως διηγήθηκαν ( σε μένα την μετέφερε ο εγγονός του Γιουβάναγα ο Σταύρος Ελευθεριάδης και με την βοήθεια της Βάσως Δομουστζόγλου το γένος Χηντήρη την ολοκλήρωσα γράφοντας τη στα Τούρκικα ) την παρακάτω ιστορία.

Καθότανε κάτω από ένα μεγάλο δέντρο (στο σημείο που αργότερα δίπλα του έγινε το καφενείο του Κυρ Κώστα, δίπλα στα σπίτια των Ελευθεριάδη Ανέστη και Απόστολου Ελευθεριάδη) ο υπερήλικας και άρρωστος Ιωάννης Ελευθεριάδης (Γιουβάναγας όπως τον αποκαλούσαν όλοι οι χωριανοί τότε) και έπαιζε με τις χάνδρες του κομπολογιού του.

Εκείνη την ώρα ήρθε δίπλα του ο πολύ πιο νέος Μιχάλης Δαμιανίδης (Τακαβίτης ή Μουχάλνταης) σε ηλικία ανάμεσα στα 30 και στα 40. Βλέποντας τον να παίζει με τις χάνδρες του κομπολογιού του του λέει: «Α, Γιουβάναγα, εσύ πια γέρασες, σε λίγο καιρό θα πεθάνεις, δώσε το κομπολόι σου σε μένα για να σε θυμάμαι».

Ο Γιουβάναγας του απαντά: «Α, παιδί μου Μιχάλη, ένα μεγάλο κιούπι μέχρι να σπάσει, δέκα μικρά κιούπια σπάζουν». Λέγοντας του, δηλαδή, μέχρι να πεθάνει ένας μεγάλος δέκα μικροί πεθαίνουν πρώτα, μη δίνοντας το κομπολόι τελικά.

Μιχάλης: Γιουβάναγα σεν ιχτιαρλαντίν ολετζέξην, βερ μπανά ο τεσπί . Σενί ουνούτμαιμ. Γιουβάναγας: Ογλού (τζοτζούκ) Μιχάλ, μπίρ μπιούκ κιούπ κιριλανακαντάρ,ον κιούπ κηρηλήρ.

Έτσι περνούσαν την ώρα τους στο καφενείο πριν να αρχίσουν να παίξουν την ξερή, το μπιλότ, την εξήντα έξι, μερικοί όμως έπαιζαν και τάβλι. Εκεί να δεις μονομαχίες, τύφλα να έχει η κινηματογραφική ταινία «Μονομαχία στο Ελ Πάσο», που θα παιζόταν λίγα χρόνια αργότερα στους κινηματογράφους. Και στο τέλος παράγγελναν τα ποτά τους όπως το ούζο ή την ρετσίνα με τους αντίστοιχους μεζέδες.

Πολλές φορές οι χωριανοί τύχαινε να καθίσουν και μέχρι αργά. Όσο όμως και να έπιναν και να τα έσπαγαν μερικές φορές πάνω στο κέφι δεν μάλωναν ποτέ μεταξύ τους και αν έλεγαν και καμία κουβέντα παραπάνω πάνω στο πιοτό την άλλη μέρα όλα ήταν περασμένα ξεχασμένα. Αυτοί ήταν πραγματικοί άνδρες, και οι γυναίκες όμως δεν πήγαιναν πίσω. Και αυτές παρά τα καβγαδάκια με άλλες συγχωριανές μετά από λίγο όλα ήταν μέλι γάλα. Όπως ο κυρ Κώστας και ο κυρ Παντελής παρότι ανταγωνιστές δεν είχαν καθόλου εχθρότητα αναμεταξύ τους.

Τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, την Ανάσταση και τον Δεκαπενταύγουστο οι άνδρες και οι νέοι του χωριού βαρώντας τενεκέδες και πίνοντας κρασί γλεντούν μαζί με ένα παλιό γραμμόφωνο. Τα γλέντια στους γάμους ξεκινούν από το Σάββατο και τελείωναν ξημερώματα Δευτέρας.

Οι χωριανοί δεν έχουν τσοπάνους για την φύλαξη των αγελάδων και των μοσχαριών τους. Τα παιδιά, ιδιαίτερα τα κορίτσια, προσέχουν τις αγελάδες και τα μοσχάρια κάθε μέρα στον κάμπο και στο βουνό, με την σειρά η κάθε οικογένεια. Οι πατεράδες τους φτωχοί όπως και οι παππούδες, όλα αυτά τα χρόνια στο χωριό, για να ζήσουν κόβουν ξύλα και τα πηγαίνουν με τα μουλάρια στα χωριά του κάμπου, κουβαλώντας και οι ίδιοι στους ταλαιπωρημένους ώμους τους όσα ξύλα μπορούν να αντέξουν να σηκώσουν.

Συνήθως τα ανταλλάσουν με αλεύρι και λάδι. Στο χωριό ή καλλιέργεια του καπνού είναι η μοναδική καλλιέργεια που έχει κάποιο κέρδος. Επίσης φυτεύουν σιτάρι, κριθάρι, τριφύλλι, φασόλια, ρεβίθια, πατάτες.

Με αυτά όμως κέρδος δεν υπάρχει. Έτσι όλοι έχουν ζώα είτε αγελάδες, είτε λίγα κατσίκια, ενώ όλες οι οικογένειες έχουν και από ένα γουρούνι που πάντα το σφάζουν τα Χριστούγεννα. Άλλοι έχουν μόνο κατσίκια όπως ο Θρακιώτης Μπάρμπας Χρήστος.

Είμαστε πια στο έτος 1961, φτιάχνονται νέα νεκροταφεία στου Αλαμάνη (Σταύρου Φιτνέογλου) το χωράφι, όπου ο πρώτος αποβιώσας που θα ταφεί τον Απρίλη είναι ο Γούλας Γιώργος. Τα πρώτα χριστιανικά νεκροταφεία ήταν ανατολικά του χωριού ακριβώς απέναντι από τα νέα.

Πολλοί μεταφέρουν αργότερα τους σωρούς των εκεί θανόντων, σε τάφους όπου πρόσφατα θάφτηκαν συγγενείς τους.

Την ίδια χρονιά αρχίζει επιτέλους και το πολυπόθητο έργο της ύδρευσης και η μεταφορά του νερού από την περιοχή της Τσίμπλας στο χωριό. Όλοι εργάζονται, μεγάλοι, μικροί, ιδιαίτερα όμως οι τελευταίοι προσπαθούν να δείξουν στους γονείς τους ότι μεγάλωσαν και για αυτό δουλεύουν πιο πάνω από τις δυνατότητες τους.

Αρχικά το νερό θα φτάσει μέχρι την Γκιόλα. Οι κάτοικοι του χωριού πήγαιναν στην Γκιόλα και γέμιζαν τις στάμνες, τα παγούρια και τους τενεκέδες τους.

Μετά από δύο χρόνια όμως το χωριό έχει πια νερό. Έπρεπε να έρθει το 1963 για να έχουν πια νερό στα σπίτια τους, και αυτό έγινε με προσωπικά τους έξοδα.

Ακούγονται ιστορίες ότι κάποιοι βρήκαν λίρες, που όμως αποδείχθηκαν αληθινές. Ξεχωρίζει η ιστορία για ένα μικρό κοριτσάκι( ακούστηκε ότι η καταγωγή της ήταν από τους Φιλίππους) που τριγυρνάει μόνο του χαμένο στα βουνά μέσα στη νύχτα, κάποιος το «θυσίασε» για να βρει λίρες λένε κάποιοι.

Το άκουσε να κλαίει ο Βαγγέλης Κόλλιας ή Κολλιός του Νίκου, αδερφός του Κωστή. Ο οποίος Βαγγέλης έχασε την ζωή του σε εργατικό δυστύχημα σε ηλικία 19 ετών τον Σεπτέμβριο του 1969, ενώ ήταν μέσα σε ένα χαντάκι, έπεσε μεγάλος όγκος χωμάτων πάνω του. Εργαζόταν στο έργο ύδρευσης της Λιμνιάς.

Ο συγχωρεμένος όμως Βαγγέλης φοβήθηκε και πήγε ειδοποίησε τους συγχωριανούς του καφενεία του χωριού.

Ακούγεται και μια άλλη ιστορία, κάποιος βρήκε λίρες κάτω από μια πλάκα ενός βράχου και μόλις τις αντίκρισε είδε σαν όραμα το παιδί του. Φοβήθηκε άφησε τις λίρες και κατόπιν ειδοποίησε άλλους συγχωριανούς του. Ο πρώτος που πήγε είδε και αυτός όραμα την κορούλα του, αλλά δεν πτοήθηκε και πήρε τις λίρες όπως και πήραν και κάποιοι άλλοι Βουνοχωρίτες.

Σε λίγες ημέρες όμως πέθανε η μικρή του κόρη Χρυσούλα , “θυσίασε” την κορούλα του δηλαδή, για τις λίρες.

Και όμως πάνω σε αυτή την πλάκα αμέτρητες φορές ο πατέρας μου Δημήτρης (Δημητρός όπως τον φώναζαν όλοι) μαζί με τον αδερφό του Απόστολο κάθονταν βοσκώντας τα κατσίκια τους.

Η ζωή όμως συνεχίζεται. Τα παιδιά των προσφύγων μεγάλωσαν πια. Πολλοί νεαροί και νεαρές κλέβονται. Και έτσι φέρνουν τους γονείς τους προ τετελεσμένων γεγονότων, ευτυχώς δεν έχουμε δράματα σαν τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Σιγά σιγά γίνονται και οι πρώτοι γάμοι. Αρχίζουν πια τα γλέντια και οι χαρές.

Τα παιδιά των προσφύγων γίνονται πια γονείς, αγοράκια και κοριτσάκια γεννιούνται στα σπίτια, με την μαμή Κατέρνα να εκτελεί χρέη Μαίας. Οι πρόσφυγες έγιναν παππούδες και γιαγιάδες, επιτέλους είναι χαρούμενοι, τρισευτυχισμένοι, βλέπουν με άλλο μάτι πια την ζωή.

Η σκέψη για άμεσο επαναπατρισμό πλέον αρχίζει και σβήνει από το μυαλό τους. Ο νους τους τώρα είναι στα εγγόνια τους, θέλουν να τα χαρούν, να παίξουν μαζί τους, επειδή ο χρόνος είναι αμείλικτος.

Στο μεταξύ χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία για το χωριό.

Το ελληνικό κράτος δίνει χωράφια, κλήρο δηλαδή στους κατοίκους της Λιμνιάς και του Βουνοχωρίου στον κάμπο του Κρυονερίου. Ακούστηκε πως ένας Βουνοχωρίτης, που ήταν πρόεδρος της κοινότητας, φέρθηκε με μεγάλη αφέλεια και δεν δέχθηκε την δωρεά αυτή. Αν οι Βουνοχωρίτες είχαν αποκτήσει εκείνα τα χωράφια σίγουρα θα είχε αλλάξει η ζωή τους, θα ήταν πολύ διαφορετική.

Όχι μόνο αυτό, αλλά οι Λιμνιώτες έχουν τα χωράφια τους μέχρι την διασταύρωση των χωριών. Πήραν πολλά και πλούσια χωράφια. Ενώ ένα πολύ μικρό κομμάτι κάτω από την διασταύρωση πήραν οι Βουνοχωρίτες

Μπήκαμε πια στην δεκαετία του 1960, ο Παπουτσής Δημήτρης από τον Ξηροπόταμο Δράμας μαζί με άλλους Δραμινούς έψαχνε για μάρμαρα. Οι χωριανοί νόμιζαν ότι έψαχναν λίρες και τους είχαν για χρυσοθήρες, και στην αρχή τους αποπήραν. Ο Παπουτσής Δημήτρης τελικά το 1962 άνοιξε το πρώτο λατομείο. Ο Παπαδόπουλος Θεοφάνης από την Αθήνα το 1964 αγοράζει το λατομείο από τον Παπουτσή, δημιουργούνται τα πρώτα λατομεία.

Στην αρχή ο Θεοφάνης Παπαδόπουλος έφερνε εργάτες από τον Ξηροπόταμο και το Μοναστηράκι της Δράμας.

Κατόπιν όταν ήθελε να πάρει σε δημοπρασία το Μεσαίο και έδινε σε κάθε σύμβουλο της κοινότητας 1000 δραχμές (αστρονομικό ποσό για εκείνα τα χρόνια), ο τότε πρόεδρος της κοινότητας του είπε «εμείς δεν θέλουμε τις δραχμές σας, θέλουμε να εργάζονται οι κάτοικοι των χωριών μας στα λατομεία σας».Δημιουργούνται λατομεία στην Λιμνιά και στο Βουνοχώρι.

Έτσι οι κάτοικοι του Βουνοχωρίου και της Λιμνιάς εργάζονται σαν λατόμοι και μαθαίνουν την τέχνη του λατόμου.

Τα μεροκάματα είναι καλά. Η δουλειά είναι όμως πολύ δύσκολη, «πέφτει» πολλή κούραση και πολύς ιδρώτας και το κυριότερο είναι πολύ επικίνδυνη. Τα χρήματα αυτά έχουν βαρύ τίμημα. Παίζουν καθημερινά την ζωή τους κορόνα γράμματα. Γίνονται πολύ συχνά εργατικά ατυχήματα. Κάθε λίγο και λιγάκι κάποιος τραυματίζεται. Ένας συγχωριανός τους ο Κυριάκος Τοκτόρογλου θα χάσει το φως του όταν πήγε να βάλει φουρνέλο.

Ενώ ένας άλλος ο Βασίλης Μοσχόπουλος κόντεψε να καεί ζωντανός. Την γλύτωσε, όμως τα εγκαύματα του ακόμα δεν έφυγαν.

Τώρα πια ζουν πολύ καλύτερα. Κτίζουν τα σπίτια τους με υλικά καλύτερα , πιο μοντέρνα. Έχουν πια την δυνατότητα να αποταμιεύουν, πολλοί μαθαίνουν την τέχνη του λατόμου, και δειλά δειλά μερικοί ανοίγουν δικά τους λατομεία. Το σχολείο πια είναι μικρό να χωρέσει τα εγγόνια των προσφύγων.

Καθημερινά όλο και πιο πολλές παιδικές φωνές ακούγονται μπροστά στο σπίτι του Κυρ Απόστολου Ελευθεριάδη, όπου αγόρια και κορίτσια παίζουν μπίκο, τζαμί, μηλάκια, σχοινάκι, τυφλόμυγα, άγαλμα, κυνηγητό, βόλεϊ. Αυτά τα παιχνίδια τα παίζουν μαζί αγόρια κορίτσια.

Τα πολύ μικρά παιδιά παίζουν , δενπερνάς κυρά Μαρία, γύρω – γύρω όλοι, η μικρή Ελένη,κουτσό, κρυφτό. Μπίλιες ή τζιτζιλιά όπως τα λένε οι περισσότεροι, μακριά γαϊδούρα και ποδόσφαιρο παίζουν συνήθως τα αγόρια. Ποδόσφαιρο παίζουν κάτω από τον πλάτανο ή πολλές φορές στο σχολείο ή αργότερα στο γήπεδο. Όλα αυτά είναι τα αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών.

Όταν όμως αρχίζει και νυχτώνει, ιδιαίτερα τα καλοκαίρια, όλοι μαζεύονται στον κήπο. Η τωρινή παιδική χαρά, τι μεγάλο λάθος και αυτό να κόψουν όλα αυτά τα δέντρα; Εγκληματικό θα έλεγα.

Εκεί όπου τα παιδιά μέχρι αργά το βράδυ παίζουν κρυφτό, ανάμεσα στα οπωροφόρα δέντρα. Μηλιές, κυδωνιές, δαμασκηνιές, κερασιές, φιρικιές, βερικοκιές και πολλά άλλα δέντρα είναι το τέλειο μέρος για να κρυφτεί κάποιος πίσω από τους κορμούς τους ή ακόμα και να ανέβει επάνω στα κλαδιά για να μην γίνει αντιληπτός. Ενώ οι μανάδες ούρλιαζαν για να πάνε τα παιδιά σπίτι. Ελάτε σπίτι νύχτωσε,φτάνει, και αύριο μέρα είναι.

Τα καλοκαίρια στις πανύψηλες κερασιές οι πιτσιρικάδες συναγωνίζονται ποιος θα ανέβει στο πιο ψηλό κλαδί για να πάρει τα κεράσια του. Τις πιο πολλές φορές νικητής είναι ο αδύνατος Χρήστος (Τάκος όπως τον φωνάζουν όλοι) Κελέσης, που σαν αιλουροειδές ανεβαίνει και πιάνει τα κλαδιά, χωρίς να φοβάται να μην γκρεμοτσακιστεί.

Στο καφενείο του Κυρ Κώστα ο σπίνος το πουλάκι γίνεται ή μασκότ του καφενείου, όλοι μικροί μεγάλοι τον ταΐζουν με σπόρια, όπως μασκότ στο καφενείο είναι και ο σκύλος ο ταλαίπωρος όπως τον φωνάζουν. Με το γάβγισμα του τα βράδια καταλαβαίνουμε ότι έρχεται ο πατέρας μου στο σπίτι μας.

Είχε ένα συνήθειο όταν έβλεπε τον πατέρα μου γάβγιζε συνεχώς.

Έτσι λοιπόν κυλούσε ή ζωή στο αγαπημένο και δεμένο προσφυγικό χωριό. Και όπως είπαμε παραπάνω ή οικονομική ζωή του τώρα δεν έχει καμία σχέση με το παρελθόν. Και όμως έρχεται η μαύρη περίοδος. Τα περιζήτητα λευκά μάρμαρα της Λιμνιάς και του Βουνοχωρίου στερεύουν πια. Τα λατομεία δεν βγάζουν τους όγκους μαρμάρων που έβγαζαν πριν λίγα χρόνια. Αρχίζουν και φεύγουν οι χωρικοί μετανάστες στην κεντρική Ευρώπη. Οι περισσότεροι πηγαίνουν στην Δυτική Γερμανία, κάποιοι πάνε στην Ελβετία. Πολλοί άνδρες φεύγουν, και μετά από λίγους μήνες τους ακολουθούν οι γυναίκες τους.

Τα παιδιά μένουν κοντά στις γιαγιάδες και στους παππούδες. Οι πρόσφυγες βλέπουν τα παιδιά τους να φεύγουν οικειοθελώς από τον τόπο στο οποίο γεννήθηκαν, στον τόπο που παντρεύτηκαν στον τόπο που γεννήθηκαν τα παιδιά τους. Πάλι στενοχώριες, πάλι θύμησες από την προσφυγιά.

Τουλάχιστον τώρα οι δικοί τους δεν φεύγουν κυνηγημένοι, δεν κινδυνεύουν να σκοτωθούν από κάποιον που είναι οπλισμένος.

Φεύγουν είτε με αεροπλάνο είτε με τρένο.


Ήταν πια το 1970 όταν ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα και ανοίγει το κρεοπωλείο ο Δημήτρης Δομουτζόγλου. Ηλεκτρικό ρεύμα που έφερε την επανάσταση στο μικρό προσφυγικό χωριό.

Σε λίγο καιρό οι πρώτες τηλεοράσεις κάνουν την εμφάνιση τους σε ορισμένα σπίτια. Ο «Άγνωστος πόλεμος» και ο «Παράξενος ταξιδιώτης» καθημερινά καθηλώνουν μικρούς και μεγάλους. Ενώ τα Σαββατοκύριακα οι άνδρες και τα αγόρια βλέπουν αγώνες ποδοσφαιρικούς.

Σε λίγο καιρό ο Κούδας, ο Δομάζος, ο Δεληκάρης, ο Παπαϊωάννου γίνονται ποδοσφαιρικά ινδάλματα για τους νεαρούς του χωριού.Τα παιδιά την άλλη μέρα στο σχολείο, υπό τον φόβο της βέργας του δασκάλου, διηγούνται το τι είδαν.

Ο δάσκαλος όμως είναι αυστηρός και το ξύλο πάει σύννεφο. Χέρια μελανιάζουν, κεφάλια ανοίγουν από την βέργα του δασκάλου, όπως του μικρού Δημήτρη που πριν λίγες ημέρες είχε χάσει τον πατέρα του. Αλλά οι γονείς συμφωνούν ότι το ξύλο κάνει τα παιδιά ανθρώπους.

Λες και είμαστε στα χρόνια του Μεσαίωνα. Υπήρχαν ελάχιστοι δάσκαλοι που ήταν πραγματικοί παιδαγωγοί και συμπεριφέρθηκαν ανθρώπινα και όχι δάσκαλοι γεμάτοι με κόμπλεξ και κακία. Όπως ήταν και ένας δάσκαλος που παραμονή της γιορτής της 28ης Οκτωβρίου, βλέποντας άλλα παιδιά να παίζουν μπάλα, άλλα να παίζουν μηλάκια, άλλα να παίζουν τζαμί μπροστά στο κρεοπωλείο του κυρίου Δημητράκη, τους λέει ότι αύριο έχουμε μάθημα.

Και τι έκανε ο «μεγάλος αυτός δασκαλάκος»; Την άλλη μέρα, χωρίς κάποια ενημέρωση, εξέτασε όλα τα παιδιά κάνοντας επανάληψη στην ύλη όλης της προηγούμενης χρονιάς. Και είχε σαν επακόλουθο πολλά παιδιά να φάνε το ξύλο «της αρκούδας». Μια μαθήτρια της τρίτης δημοτικού αν θυμάμαι καλά, ήταν που ήταν μελαχρινή, έγινε κατάμαυρη από τις βεργιές που δέχτηκε και το κλάμα που έριξε. Ξύλο να δεις.

Όχι το ξύλο δεν βγήκε από τον παράδεισο ούτε το ξύλο σε κάνει άνθρωπο. Άνθρωπος με όλη την σημασία της λέξης γίνεσαι μέσα από την προσωπικότητα σου από το οικογενειακό σου περιβάλλον, από τον κοινωνικό σου περίγυρο.

Το σχολείο έχει πια 45 μαθητές. Οι νέοι του χωριού αποφασίζουν και δημιουργούν ποδοσφαιρική ομάδα, τον Κεραυνό Βουνοχωρίου. Δίνουν αγώνες με τις ομάδες των γύρω χωριών. Κάθε καλοκαίρι στα αλώνια έρχεται η πατόζα, άλλο μεγάλο πια γεγονός , ανάπτυξη για το μικρό χωριό μας. Το αλώνισμα δεν γίνεται πια με τα ζώα και δεν χρειάζεται χειρωνακτική εργασία.

Στο γήπεδο προσγειώνεται ένα ελικόπτερο, τα παιδιά, ενώ έχουν σχολείο, τρέχουν να δουν από κοντά για πρώτη φορά στην ζωή τους ελικόπτερο.

Κάθε Δεύτερη μέρα του Πάσχα γίνεται η περιφορά της εικόνας της Αναστάσεως σε όλο το χωριό. Οι χωριανοί συναγωνίζονται ποιος θα δώσει τα περισσότερα χρήματα για να κρατήσει την εικόνα. Στα Θεοφάνια ο σταυρός ρίχνεται στην γκιόλα.

Νέοι του χωριού μέσα στην παγωνιά, ημίγυμνοι πολλές φορές, προσπαθούν να πιάσουν τον Σταυρό και να πάρουν την ευλογία του ιερέα. Και μετά, με μια πετσέτα πάνω τους, τρέχοντας πάνε σπίτι τους να ντυθούν και να ζεσταθούν. Κατόπιν περιφέρουν τον Σταυρό σε όλα τα σπίτια.

Εν το μεταξύ, στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 ανακατασκευάζεται ο δρόμος από το Κρυονέρι για το Βουνοχώρι. Η ΜΟΜΑ κάνει έναν πιο μεγάλο και σύγχρονο δρόμο. Τώρα η απόσταση Καβάλα – Βουνοχώρι είναι περίπου 45 λεπτά.

Το φθινόπωρο του 1974 κάποιοι Βουνοχωρίτες ήταν πολύ τυχεροί στην ατυχία τους. Συγκεκριμένα τα χαράματα της Κυριακής 4 Νοεμβρίου κάτω από την περιοχή “Μασλάκια” (λίγο πιο πάνω από το εκκλησάκι της Αγίας Μακρίνας) παραλίγο θα είχαμε δυστύχημα, σε ανατροπή ενός αγροτικού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Λιμνιώτης Χρήστος Λουκίδης και με επιβάτες τους Βουνοχωρίτες Απόστολο Κελέση (Κελεσίδης) , Σταύρο Ελευθεριάδη, Τοβλέτη Παπαδόπουλο, και Ανέστη Ελευθεριάδη ο οποίος ήταν πάνω στην καρότσα.

Ευτυχώς ενώ το αυτοκίνητο έπεσε στο γκρεμό κάνοντας συνεχώς τούμπες επί 120 μέτρα κανείς δεν σκοτώθηκε.

Πρώτος πήδηξε πάνω από την καρότσα ο Ανέστης Ελευθεριάδης ενώ οι υπόλοιποι, κάνοντάς τούμπες το αυτοκίνητο πετάγονταν από το σπασμένο παρμπρίζ. Όλοι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο Καβάλας όπου σοβαρά τραυματίσθηκαν όπως έγραψε ο τύπος της εποχής εκείνης ο οδηγός Χρήστος Λουκίδης ετών 28 και οι Σταύρος Ελευθεριάδης ετών 37, Απόστολος Κελέσης (Κελεσίδης) ετών 36 όλοι λατόμοι στο επάγγελμα.

Όπως λατόμοι ήταν και οι ελαφρώς τραυματίες Ανέστης Ελευθεριάδης ετών 31,και ο Τοβλέτης Παπαδόπουλος ετών 24.

Όλα αυτά συνέβησαν γιατί ο κουρασμένος οδηγός Χρήστος Λουκίδης από την εργασία από το πρωί μέχρι το απόγευμα στο λατομείο και αϋπνος από την διασκέδαση σε μαγαζιά της περιοχής όπως και ήταν και όλοι οι άλλοι συνεπιβάτες του αϋπνοι και κουρασμένοι από την εργασία τους στο λατομείο.

Μαζί τους μέχρι κάποια ώρα ήταν και ο αδερφός του Τοβλέτη, ο Σάββας Παπαδόπουλος, αλλά επειδή πρόσφατα είχε αρραβωνιαστεί με την μετέπειτα σύζυγό του Ελένη προτίμησε να πάει να κοιμηθεί στο σπίτι των γονέων της. Έτσι δεν ακολούθησε την παρέα που από νωρίς το απόγευμα ήταν στο καφενείο του Εμή. Μετά πήγαν στην ταβέρνα του Μήτσου στις Κρηνίδες, και κατόπιν συνέχισαν σε κέντρο διασκέδασης της περιοχής.

Όμως το 1979 το χωριό συνταράσσεται από ένα τραγικό γεγονός. Στις 2 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 26 ετών σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα ο Σάββας (Σαββίκος) Ελευθεριάδης του Πέτρου (του ψηλού ή του προέδρου όπως τον αποκαλούν όλοι) και της Σοφίας (Σοφίκα) λίγο πιο κάτω από τον Αϊ Σίλα στον δρόμο για τον Άγιο Λουκά.

Ήρθε στο χωριό μας για ένα εξάμηνο για πρώτη φορά με θέση ιερέα στο Βουνοχώρι στην δεκαετία του ’70 ο πατήρ Άνθιμος Παχίδης που έχει πάθος με το ποδόσφαιρο. Κάθε απόγευμα βγάζει τα ράσα και παίζει μπάλα με τα παιδιά του χωριού. Αργότερα δύο ιερείς θα έχουν μόνιμη θέση ιερέα στο χωριό μας ο πάτερ Κώστας Κοσμίδης από το Κρυονέρι και ο τωρινός ιερέας πάτερ Γεώργιος Γεωργιάδης από το Ζυγό ο οποίος μένει μόνιμα στο Βουνοχώρι, στο οικόπεδο που του παραχώρησαν οι Βουνοχωρίτες.

Ενώ όμως ή ζωή καλυτερεύει, δυστυχώς αρχίζει η εσωτερική μετανάστευση. Όσα νέα ζευγάρια έμειναν πίσω φεύγουν οικογενειακώς για την Θεσσαλονίκη , άλλοι φεύγουν στις Κρηνίδες ενώ οι πιο πολλοί πηγαίνουν στην πρωτεύουσα του νομού.

Πολλά εγγόνια των προσφύγων σπουδάζουν πια. Κάποιες κοπέλες γίνονται καθηγήτριες σε σχολεία , άλλη σε ΤΕΙ όπως και ένας γιος μετανάστη στην Γερμανία καθηγητής με διδακτορικό στο ΤΕΙ.

Οι πρόσφυγες αρχίζουν ένας ένας να φεύγουν από την ζωή. Γέρασαν πια, όπως έφυγε πριν μερικά χρόνια ο Γιουβάναγας, έτσι ήρθε η σειρά του Πάντσο, του Σαβάνταη, του Τανατζή, του Νικολντάη ή Κόλλιανταη, του Βασίλνταη του Σαχού, του Φιτνέ, του Τακαβίτη, του Τσαμπάζη, του Νίκοκαια, του Σουρτούγιαννη, του Αλαμάνη, του Παντέλνταη, του Μουταφντάη, του Λάζογλου, του Χαρλέμπνταη, του Γιουβαντάη, του Χηντήρη, του Θράκιλη του Αντώνταη, και πολλών άλλων.

Έχουμε όμως στις αρχές της δεκαετίας του 1970 την εξαφάνιση της Χαρίκλειας, της γυναίκας του Αναστάσιου Καρασαββόγλου (Λάζογλου ) που όσο να έψαξαν τόσο οι Βουνοχωρίτες όσο και κάτοικοι άλλων χωριών ποτέ δεν βρέθηκε.

Πολλοί Βουνοχωρίτες στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ανοίγουν νέα λατομεία στον Άγιο Κοσμά, στο Στενωπό, στο Μακρυχώρι. Είναι πλούσια σε μάρμαρα: καθημερινά τόννοι μαρμάρων φεύγουν για τα εργοστάσια των Αθηνών. Με βαρύ όμως ανθρώπινο τίμημα. Σκοτώνονται σε εργατικά δυστυχήματα ο Κοσμάς Ελευθεριάδης τον Ιούλιο του 1985, και ο Τοβλέτης Παπαδόπουλος τον Μάιο του 1991.

Στο χωριό μένουν λίγες οικογένειες, το σχολείο είναι έτοιμο να κλείσει και αργότερα το 1987 γίνεται αίθουσα δεξιώσεων για κηδείες και μνημόσυνα. Οι μαθητές ελάχιστοι, ένα λατομείο δίνει πια εργασία στους εναπομείναντες λατόμους, που μαζί με τους κτηνοτρόφους βγάζουν τα προς το ζην. Οι μαθητές με το λεωφορείο κατεβαίνουν είτε στο Κρυονέρι είτε στις Κρηνίδες, ανάλογα αν πηγαίνουν στο δημοτικό ή σε γυμνάσιο και λύκειο.

Αρκετοί πουλάνε τα σπίτια τους, πολλοί παίρνουν και τα εκλογικά τους δικαιώματα. Παύουν να λογίζονται πια σαν Βουνοχωρίτες.

Στις αρχές της δεκαετία του 1990 πολλοί γηγενείς αναπαλαιώνουν ή γκρεμίζουν τα σπίτια στα οποία γεννήθηκαν και τα ξανακτίζουν από την αρχή. Πολλοί Καβαλιώτες κτίζουν σπίτια σε οικόπεδα που αγόρασαν από κάποιους Βουνοχωρίτες και πολλοί μένουν μόνιμα πλέον στο χωριό., χειμώνα, καλοκαίρι δηλαδή.

Και τους ευχαριστούμε πάρα πολύ για αυτό.

Η Χαρούλα Ελευθεριάδου κόρη του Ανέστη και της Παρθένας κάνει υπερήφανους τους Βουνοχωρίτες μα και όλη την Ελλάδα με τις επιτυχίες της στο βόλεϊ γυναικών με αποκορύφωμα την συμμετοχή της στο παγκόσμιο πρωτάθλημα νεανίδων στη Νότιο Κορέα το 1987.

Η Χαρούλα έπαιξε από το 1985 μέχρι το 1988 στην εθνική ομάδα των νεανίδων. Ενώ από το 1988 μέχρι το 1993 στην εθνική ομάδα των γυναικών. Νωρίτερα με την ομάδα του σχολείου της και συμπαίκτρια την αδερφή της Μακρίνα (Λίνα) πήραν για δύο διαδοχικές χρονιές το πανελλήνιο πρωτάθλημα των Λυκείων.

Και αυτό τις βοήθησε αργότερα δίνοντας το δικαίωμα να εισέλθουν στην Γυμναστική Ακαδημία χωρίς εξετάσεις.

Ενώ και με την ομάδα του Ε.Ο. Σταυρούπολης πήραν δύο πανελλήνια πρωταθλήματα νεανίδων.

Το καλοκαίρι του 1987 δημιουργείται η ποδοσφαιρική ομάδα του Βουνοχωρίου «Αναγέννηση Βουνοχωρίου». Δεν γνωρίζουμε αν ήταν ηθελημένη η ονομασία Αναγέννηση Βουνοχωρίου ή ήταν

σύμπτωση, γιατί κάποιος εκλογικός συνδυασμός πριν λίγο καιρό στις τοπικές εκλογές στην κοινότητα είχε τον ίδιο τίτλο: ήταν και ο νικητής των εκλογών.

Η ομάδα έχει στο δυναμικό της ελάχιστα παιδιά από το Βουνοχώρι, σχεδόν όλοι τους δεν έχουν καμιά σχέση με το Βουνοχώρι. Στην πρώτη αγωνιστική χρονιά βγήκε δεύτερη στην βαθμολογία λόγω της διαιτησίας: ένας συγκεκριμένος διαιτητής σε πολλές αναμετρήσεις βοήθησε τον πρωταθλητή «Πήγασο Προφήτη Ηλία».

Αλλά η τότε διοίκηση της ΕΠΣΚ έκανε αναδιάρθρωση στην κατηγορία και έτσι η ομάδα μας στην πρώτη της χρονιά ανέβηκε κατηγορία όπως και έκανε και την δεύτερη ποδοσφαιρική χρονιά. Στην πρώτη αγωνιστική είχαμε τον αγώνα Πήγασος-Αναγέννηση στο παλιό γήπεδο του

Αμυγδαλεώνα: έληξε χωρίς σκορ. Ο αγώνας του δεύτερου γύρου με σχεδόν 500 φιλάθλους στο γήπεδο του Κρυονερίου έληξε 1-1 με πολλά επεισόδια. Όπως θα είχαμε και τις επόμενες χρονιές σε αυτό το ζευγάρι με πλήθος φιλάθλων από όλο το νομό Καβάλας να έρχονται να παρακολουθήσουν αυτό το τοπικό ντέρμπι.

Η Αναγέννηση Βουνοχωρίου ήταν η ομάδα πρότυπο εκείνα τα χρόνια στην τοπική ποδοσφαιρική κοινωνία. Είχε δικά της γραφεία, κάθε Παρασκευή γίνονταν αναλύσεις του προηγουμένου αγώνα σε βίντεο, λειτουργούσε σχεδόν σε επαγγελματικά πλαίσια. ]

Πολλές φορές μετακινούνταν με λεωφορείο στους εκτός έδρας αγώνες. Σε φιλικό αγώνα προετοιμασίας αγωνίστηκε στην Δράμα με την Δόξα Δράμας, η οποία εκείνη την χρονιά έπαιζε στην Α’ Εθνική κατηγορία.

Δυστυχώς όμως όλα τα ωραία διαρκούν λίγο. Έτσι περίπου μετά από 8 χρόνια γράφτηκε ο επίλογος αυτής της τρομερής και ανεπανάληπτης αυτής ομάδας. Ομάδα κόσμημα, που μόλις σε τρία χρόνια έπαιξε στην μεγαλύτερη κατηγορία του νομού. Όλοι οι φίλαθλοι των τοπικών ομάδων αναφέρονταν με σεβασμό στην ομάδα του Βουνοχωρίου.

Το Βουνοχώρι γίνεται ευρέως γνωστό σε όλο το φίλαθλο κοινό και όχι μόνο της Καβάλας. Όλοι όσοι ασχολούνται με το ποδόσφαιρο γνωρίζουν ότι ψηλά στα ορεινά υπάρχει ένα χωριό όνομα και πράγμα.

Όταν δεν έχεις παιδιά από το χωριό σου, δικό σου γήπεδο και γίνεσαι επαίτης κάθε χρόνο για να αγωνιστείς στη νέα αγωνιστική περίοδο έρχεται κάποια στιγμή το τέλος.

Στο χωριό το καφενείο του Κυρ Κώστα γίνεται ουζερί – ταβέρνα από τον γιο του Βασίλη Γιτίσογλου.

Μετά από λίγο καιρό ο κύριος Ιορδάνης Ελευθεριάδης ανοίγει και αυτός καφενείο. Οι χωριανοί έχουν πια δύο καφενεία. Του Γιτίσογλου όμως δέχεται πελάτες και από τις γύρω περιοχές αφού όπως είπαμε λειτουργεί σαν ταβέρνα.

Σε λίγα χρόνια ο γιος του Κυρίου Ιορδάνη ο Βασίλης Ελευθεριάδης έχει άλλη γνώμη.

Αλλάζει εξ ολοκλήρου το μαγαζί, και το 1999 μαζί με την γυναίκα του Ευαγγελία το γένος Καρατζόγλου φτιάχνει την παραδοσιακή ταβέρνα ”Ο Βασίλης”, έχοντας κύριο μενού το κατσικάκι στην σούβλα και το κοκορέτσι. Σήμα κατατεθέν της περιοχής. Μιας και υπάρχουν πολλοί κτηνοτρόφοι που έχουν κοπάδια από κατσίκια.

Ποιος να το πίστευε πριν λίγα χρόνια ότι στο Βουνοχώρι θα υπήρχαν δύο ταβέρνες που κάθε Κυριακή θα ήταν γεμάτες από κόσμο. Και για να έβρισκες τραπέζι έπρεπε να το κλείσεις μέρες πριν. Και τις δύο της διαχειρίζονταν δύο χωριανοί με το ίδιο όνομα. Το έχει η μοίρα αυτών φαίνεται. Χώρια δεν κάνουνε

και μόνοι δεν μπορούν. Ο Βασίλης Ελευθεριάδης πριν χρόνια εργαζόταν στην επιχείρηση του Βασίλη Γιτίσογλου (που είχε ακόμα έναν υπάλληλο με το ίδιο όνομα και επίθετο , επίσης Βουνοχωρίτη, ο οποίος δυστυχώς έφυγε πριν 3 χρόνια από την ζωή). Αργότερα, μετά ενώ ο Βασίλης Ελευθεριάδης ήταν

γραμματέας στην κοινότητα, πρόεδρος της κοινότητας ήταν ο Βασίλης Γιτίσογλου. Τέλος όταν έπαιζε στην ομάδα του Βουνοχωρίου ο Βασίλης Ελευθεριάδης, ο Βασίλης Γιτίσογλου ήταν πρόεδρος, έστω για ένα μικρό διάστημα.

Οι ταβέρνες δουλεύουν χειμώνα καλοκαίρι.

Μετά από λίγο καιρό ανοίγει το μπακάλικο της Μαρίας Φλώρου στο οικόπεδο του πατρικού της. Έχει προνοήσει να δημιουργήσει χώρο για να πίνουν τον καφέ τους τα πρωινά και τα απογεύματα οι χωριανοί.

Παίζουν και μαθαίνουν ένα άγνωστο για αυτούς παιχνίδι στα χαρτιά, την μπιρίμπα. Ηλικιωμένοι που μέχρι τώρα έπαιζαν το μπιλότ, την ξερή, το πινάκλ, την εξήντα έξι, τώρα παίζουν μανιωδώς την μπιρίμπα. Πολλά βράδια η Μαρία δεν προλαβαίνει να γεμίσει τα ποτήρια των θαμώνων με ουίσκι.

Ο χειμώνας είναι δύσκολος τόσο για την Μαρία που δεν έχει τους πελάτες και συνεπώς την κατανάλωση του καλοκαιριού, όσο για τους θαμώνες, που δεν μπορούν να ζεσταθούν παρά το ότι έχουν κοντά τους μια θερμάστρα υγραερίου και είναι προστατευμένοι από την βροχή.

Το μαγαζί όμως τα καλοκαίρια είναι γεμάτο οι φωνές των θαμώνων ακούγονται δυνατά σε όλη την γύρω περιοχή, πάντα όμως σε ώρες είτε πρωινές είτε απογευματινές. Τα μεσημέρια επικρατεί απόλυτη ησυχία. Κάποιοι επισκέπτες σε μια νέα κατοικία ενοχλούνται και την άλλη μέρα ένας δημοσιογράφος γράφει στο άρθρο του στην εφημερίδα «Εβδόμη» πως οι κάτοικοι του Βουνοχωρίου είναι άξεστοι και αγροίκοι.

Γιατί τους αποκαλεί έτσι; Γιατί με τις φωνές τους του χαλούν την ησυχία. Αυτός νόμιζε ότι ερχόμενος στο χωριό θα υπήρχε απολύτως ησυχία.

Σε λάθος σπίτι ήρθε. Έπρεπε να πάει να χαλαρώσει και να ηρεμήσει στα νεκροταφεία, στου Αλαμάνη το χωράφι.

Οι φωνές και τα παιχνίδια, ιδιαίτερα το ποδόσφαιρο στην παιδική χαρά, δίνουν ζωή στο πρώην προσφυγικό χωριό. Περίπου 15 με 20 παιδικές φωνές αντηχούν σε όλο το χωριό ιδιαίτερα τα απογεύματα. Τόσα παιδιά να παίζουν στο χωριό είχε να γίνει από την δεκαετία του 1970.

Η Μαρία μετά τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης κλείνει το μαγαζί, το οποίο τόσα πολλά συνεισέφερε στην τοπική κοινωνία: ήταν μια μεγάλη απώλεια για όλους. Μετά από έναν χρόνο ο Κώστας Δαμιανίδης ανοίγει καφενείο εκεί που πρίν 40 χρόνια περίπου λειτουργούσε το κρεοπωλείο του Δημητράκη Δομουτζόγλου.

Μπορεί να μην ήταν μπακάλικο, να μην ήταν μεγάλο, είχε όμως ζέστη τον χειμώνα, τόσο απαραίτητη για τις κρύες και μερικές φορές παγωμένες μέρες του χειμώνα. Πάλι η μπιρίμπα ήταν το βασικό παιχνίδι των πελατών του μικρού αυτού καφενέ.

Όμως ενώ το καλοκαίρι έβγαζε κάποιο κέρδος τον χειμώνα με 8 καφέδες περίπου την ημέρα συνολικά τι κέρδος να βγει; Τι να πρωτοπληρώσεις με αυτά; Την ΔΕΗ, το νερό, το νοίκι, τα ξύλα που αγόρασες; Έτσι μετά από λίγα χρόνια το κλείνει.

Στα πρώτα χρόνια της κρίσης κλείνει και η ταβέρνα του Βασίλη Γιτίσογλου μετά από τρεις διαδοχικές προσπάθειες άλλων ανθρώπων να την λειτουργήσουν.

Η ταβέρνα όμως του Βασίλη Ελευθεριάδη, ”στα αριστερά” όπως έλεγε και η διαφήμιση, συνεχίζει και δίνει ζωή στο προσφυγικό χωριό, ιδιαίτερα τα μεσημέρια της Κυριακής.

Τα παιδιά του μεγάλωσαν πια, ο Ιορδάνης και η Ιωάννα – Βασιλική συνεχίζουν να βοηθούν στο σερβίρισμα . Από μικρά παιδιά ανελλιπώς βοηθούν κάθε Σαββατοκύριακο και όχι μόνο.

Καφενείο όπως προαναφέραμε δεν υπάρχει, ευτυχώς για τους Βουνοχωρίτες, υπάρχει και η ταβέρνα του Βασίλη, που καθημερινά παραχωρεί ένα μικρό χώρο για να παίξουν την μπιρίμπα τους οι άνδρες του χωριού.

Χωριό όμως χωρίς καφενείο είναι ένα νεκρό χωριό. Τον χειμώνα κατοικούν 27 άτομα, κατά το πλείστον άτομα που γεννήθηκαν στο Βουνοχώρι. Ευτυχώς υπάρχουν και λίγα άτομα που ήρθαν από την Καβάλα όπως αναφέραμε πιο πάνω και έκτισαν σπίτι στο χωριό και μένουν χειμώνα καλοκαίρι. Όπως μένει μόνιμα και ο ιερέας του Βουνοχωρίου και της Λιμνιάς ο πάτερ Γεώργιος Γεωργιάδης.

Το καλοκαίρι σχεδόν διπλασιάζεται ο πληθυσμός του χωριού. Μερικοί χωριανοί μένουν από τον Φλεβάρη μέχρι τον Δεκέμβρη, όπως ο γαμπρός του χωριού, ο Αντιπρόεδρος όπως τον φωνάζουν τον τελευταίο χρόνο πολλοί στο χωριό, ο Παύλος Αλβανούδης μαζί με την γυναίκα του Σταυρούλα το γένος Μουτάφη, σχεδόν το ίδιο διάστημα μένουν και τα αδέρφια Σταύρος και Ανέστης Ελευθεριάδη , καθώς και ο μπατζανάκης του Παύλου, ο Πέτρος Καραπρώϊμος με την γυναίκα του Βάσω.

Ο Κώστας Κολλιός είναι ο πιο μικρός κάτοικος του χωριού. Φέτος θα πάει στην πρώτη τάξη Δημοτικού στο Ζυγό. Ο μικρός Κωστάκης περιμένει πώς και πώς να έρθει το καλοκαίρι για να δει και να παίξει με κάποιο συνομήλικο του. Ευτυχώς τα καλοκαίρια όταν διπλασιάζεται περίπου ο πληθυσμός του χωριού έρχονται και παιδιά της ηλικίας του και έτσι είναι ευκαιρία ο μικρός να παίξει.

Το Βουνοχώρι ήταν διάσημο και για τον ιδιωτικό μετεωρολογικό του σταθμό, χάρις στον Ζάχαρη Γιώργο ερασιτέχνη μετεωρολόγο. Εδώ και δύο χρόνια όμως έχει χαλάσει ο σταθμός και έτσι δυστυχώς δεν ενημερωνόμαστε για το τι καιρό θα κάνει.

Το Βουνοχώρι με την υπ’ αριθμ. ΦΕΚ 244Α – 4/12/1997 όπως και η Λιμνιά και το Λυκόστομο ανήκουν πια στο νεοσύστατο Δήμο Φιλίππων.

Ενώ με την υπ’ αριθμ. ΦΕΚ 87Α – 07/06/2010 ο οικισμός του Βουνοχωρίου αποσπάται από το δήμο Φιλίππων και προσαρτάται στο δήμο Καβάλας, όπως και οι άλλοι δύο οικισμοί της κοινότητας.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, έχει 106 κατοίκους.

Τέλος από τις 26 Μαΐου 2019 άλλαξε η διοίκηση της δημοτικής κοινότητας Λιμνιάς.

Νέος πρόεδρος μετά από μια εκλογική διαδικασία θρίλερ, που κρίθηκε στο Εκλογοδικείο, είναι ο Βασίλης Ελευθεριάδης, που βγήκε νικητής για μία ψήφο διαφορά. Μεγάλος ηττημένος ο προηγούμενος πρόεδρος Βασίλης Γιτίσογλου. Τι σύμπτωση και αυτή; Πάλι συναντήθηκαν οι δρόμοι τους, αυτή την φορά στην εκλογική μάχη.

Οι ψήφοι που πήραν οι υποψήφιοι είναι: Βασίλης Ελευθεριάδης 87, Βασίλης Γιτίσογλου 86, Βασίλης Βασιλειάδης (Τσέτογλου) 49, Κώστας Μίλκογλου 22.

Μακάρι ο νέος πρόεδρος να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των ψηφοφόρων του και όχι μόνο. Το κυριότερο πρόβλημα των οικισμών της δημοτικής κοινότητας Λιμνιάς είναι η υδροδότηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες: το μεγάλο πρόβλημα το έχει το Λυκόστομο.

Επίσης, ένα άλλο μεγάλο και χρόνιο πρόβλημα είναι αυτό με τις ποτίστρες των ζώων και ιδιαίτερα των κατσικιών.

Ελπίζουμε να λυθούν όλα αυτά τα δυσεπίλυτα για χρόνια προβλήματα με την αρωγή του Δήμου Καβάλας. Όπως επίσης να πάρει σάρκα και οστά το αποτέλεσμα της γεωφυσικής έρευνας για τονεντοπισμό υπόγειας υδροφορίας που έγινε στην περιοχή της Γκιόλας του Βουνοχωρίου.


Ευχαριστώ τον συμμαθητή μου και ιστορικό Νίκο Καραγιαννακίδη για την βοήθεια του.

Όπως επίσης και ένα μεγάλο ευχαριστώ σε πολλούς Βουνοχωρίτες που μου έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες. Δυστυχώς πολλοί έφυγαν από την ζωή.

Στη μνήμη του πατέρα μου που έφυγε σαν σήμερα το 2012 σε ηλικία 77 ετών.

Διαβάστε επίσης