• 30 Ιουνίου 2022,

Το ταξίδι στην Πορτογαλία (Μέρος 2ο)

 Το ταξίδι στην Πορτογαλία (Μέρος 2ο)

 

Γράφει η Λιάνα Κουτσογιαννάκη


Αγαπητό ημερολόγιο,

(Που είχα μείνει την προηγούμενη φορά; Είχα φτάσει στο ξενοδοχείο. Σωστά;)

Και η περιπέτεια συνεχίζεται. Μην περιμένεις, όμως, να ακούσεις για το που πήγα και το τι έκανα έναν μήνα στην Πορτογαλία. Μην είσαι κουτσομπόλης.

Και δεν είμαι ταξιδιωτικός οδηγός. Άμα θες να μάθεις, αν είναι ωραία η Πορτογαλία να πας μόνος σου.

Εγώ σε αυτό το κείμενο θα σου γνωρίσω τους φίλους μου. Για να έχεις και εσύ κανέναν γνωστό. Άμα σε βγάλει ποτέ κατά εκεί ο δρόμος σου.

Και ξεκινώ. Με τις συγκατοίκους μου.

Η Πόλα (από την Ισπανία) και η Ρενέ (από την Κίνα).

Διευκρίνηση: Την Ρενέ δεν την έλεγαν Ρενέ. Έτσι, την φωνάζαμε εμείς. (Γιατί το κινέζικο όνομά της δεν μπορούσαμε να το προφέρουμε.)

Και οι δύο ήταν καστανές και ομορφούλες. Η Πόλα πιο πληθωρική και ομιλητική. Η Ρενέ πιο συνεσταλμένη και ήσυχη. Η Πόλα είχε αμυγδαλωτά μάτια. Φορούσε πάντα το ίδιο ζευγάρι σκουλαρίκια. Κάτι μεγάλους ωραίους κρίκους. Της πηγαίνανε πολύ. Η Ρενέ είχε τα μαλλιά της καρέ. Βαφόταν πάντα πολύ προσεκτικά. Και φορούσε μάσκα ύπνου. Για να μην την ενοχλεί το φως.

Ήταν σίγουρα διαφορετικές μεταξύ τους. Με την Πόλα πηγαίναμε σε μπαράκια. Σε φεστιβάλ. Κυκλοφορούσαμε μαζί το βράδυ στα στενάκια της Λισαβόνας. Με την Ρενέ είχαμε πάει μαζί στο ενυδρείο και στο μουσείο μοντέρνας τέχνης. (Θυμάμαι τον εαυτό μου στο δωμάτιο με τις μέδουσες να προσπαθεί να τραβήξει την σωστή ινσταγκραμική φωτογραφία για χάρη της Ρενέ).

Εκτός από τα κορίτσια, στο ξενοδοχείο εργαζόταν και άλλος κόσμος.

Αγαπημένη φιγούρα ήταν ο κύριος που έκανε τα μερεμέτια. Κάθε πρωί με καλημέριζε ευγενικά και με ρωτούσε τι κάνω. Στα πορτογαλικά. Και εγώ του απαντούσα. Στα ελληνικά. Το ίδιο συνέβαινε και όταν ήθελε να μου ζητήσει κάτι. Την τελευταία μέρα μου στο ξενοδοχείο μου χάρισε ένα λουλούδι. Για να τον θυμάμαι.

Αξέχαστες και οι κυρίες που καθάριζαν τα δωμάτια. Τρώγαμε το πρωινό μας μαζί. Κάθε μέρα στις οκτώ. Στην αποθήκη. Η μία κατάγονταν από την Βενεζουέλα. Και η άλλη ήταν μία νοτιοαφρικανή που στην αρχή δεν με είχε πάρει με καλό μάτι. Κουβέντα στην κουβέντα και καφέ στον καφέ… Τελικά, με συμπάθησε.

Στην ρεσεψιόν, επίσης, δούλευαν δυο τρεις υπάλληλοι. Σε βάρδιες. Ο ένας ήταν ένας Βραζιλιάνος. Πάντα με χαμόγελο. Πάντα με την καλή κουβέντα. Έβαζε μόνο βραζιλιάνικους σταθμούς στο ραδιόφωνο. Και μας μάθαινε να χορεύουμε σάμπα.  Ο άλλος ήταν ο Τζοάο. Ήταν πολύ καλός μαζί μου. Μια μέρα με πήγε και βόλτα στην θάλασσα. Είχα γανιάσει να δω την παραλία και να κάνω μπάνιο στον Ατλαντικό. (Η αλήθεια είναι ότι στην θάλασσα μία που μπήκα και μία που βγήκα. Το νερό ήταν παγωμένο. Αύγουστο μήνα!) Φυσούσε κιόλας. Αλλά η παραλία ήταν υπέροχη. Οι Πορτογάλοι αράζουν στην αμμουδιά με την πρώτη ευκαιρία. Κάνουν surfing. Παίζουν ρακέτες και βόλεϊ. Ή απλά απολαμβάνουν τον ήλιο και τα κύματα.

Την τελευταία μέρα στο ξενοδοχείο εμφανίστηκε και ένας άλλος τύπος. Με χαβανέζικο πουκάμισο και άστατο μαλλί. Ήταν ο υπάλληλος που είχε χτυπήσει το πόδι του πριν πάω εγώ. Και επί έναν μήνα ήταν σε αναρρωτική. Γι’ αυτό δεν μπορέσαμε να γνωριστούμε. Παρά μόνο το τελευταίο μισάωρο πριν φύγω για το αεροδρόμιο. Στην σύντομη συζήτηση που είχαμε τον ρώτησα πως έπεσε από το ποδήλατο. Μου εξήγησε ότι τελικά δεν είναι πολύ καλή ιδέα να προσπαθείς να ανέβεις τις ανηφόρες της Λισαβόνας με ποδήλατο. Ειδικά όντας μεθυσμένος και μαστουρωμένος.

Γενικά, στο ξενοδοχείο συνάντησα πάρα πολύ κόσμο. Χαρακτηριστικά θυμάμαι ένα ζευγάρι (Αλγερινών γαλλικής καταγωγής). Ήταν φοιτητές. Είχαν έρθει στην Πορτογαλία για το καλοκαίρι. Για να κάνουν surfing.

Ένας άλλος (Αμερικάνος καθηγητής) άφηνε κάθε χρόνο όλα τα πράγματά του σε μία αποθήκη και έφευγε για να γυρίσει τον κόσμο. Κάθε Σεπτέμβριο ξαναέψαχνε σπίτι. Και κάθε Ιούνιο το ξενοίκιαζε. Έπαιρνε μόνο τα βιβλία του και κάποια ρούχα του. Και εξαφανιζόταν.

Τις ημέρες των ρεπό ταξίδευα μόνη μου στην Πορτογαλία. Έπαιρνα το τρένο και όπου με βγάλει. Πήγα σε τρία τέσσερα μέρη συνολικά.

Οι άνθρωποι ήταν πολύ φιλόξενοι. Με βλέπανε στις στάσεις να ψάχνομαι με χάρτες και με βοηθούσαν. Κάποιοι μου προσφέρανε το κολατσιό τους. Για να με καλωσορίσουνε.

Σε ένα από αυτά τα μονοήμερα ταξίδια γνώρισα μια γιαπωνέζα. Ήμασταν και οι δύο μόνες μας. Αποφασίσαμε, λοιπόν, να περάσουμε την μέρα μας μαζί. Πήγαμε σε όλα τα αξιοθέατα. Παρέα. Βγάλαμε φωτογραφίες. Γνωριστήκαμε. Φάγαμε μαζί νωρίς το απόγευμα. Και ύστερα οι δρόμοι μας χώρισαν. Για πάντα.

Μία άλλη μέρα συνάντησα μία γιαγιάκα. Από την Βραζιλία και αυτή. Μου έγραψε την διεύθυνσή της στο Ρίο πάνω σε ένα κουτί από τσιγάρα. Της υποσχέθηκα ότι θα την επισκεπτώ με την πρώτη ευκαιρία.

Δύο χρόνια μετά νιώθω ευγνώμων για αυτό το ταξίδι. Όχι τόσο για τα μέρη. Η Πορτογαλία είναι πανέμορφη. Αλλά θα είναι πάντα εκεί. Αντίθετα, την Ρενέ, τον Τζοάο, την Πόλα και όλους τους άλλους μπορεί να μην τους ξαναδώ ποτέ. Τα συναισθήματα, όμως, και οι αναμνήσεις θα είναι πάντα μέσα μου.

Γιατί από τα ταξίδια αυτό που μένει είναι οι άνθρωποι. Οι γνωριμίες της μιας μέρας. Οι φιλίες του ενός μήνα. Οι έρωτες της μιας στιγμής.

Η Πορτογαλία ήταν το ταξίδι της ανεξαρτησίας μου. Απέδειξα στον εαυτό μου ότι έχω αρκετά κότσια για να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα. Κατάλαβα ότι είμαι φοβιτσιάρα. Όσο χρειάζεται για να παραμένω ασφαλής. Από την άλλη δικαίωσα και την μάνα μου. Χρόνια ισχυρίζεται ότι «το παιδί μου είναι τρελό».

Αλλά τρελή είναι και αυτή. Γιατί ποια μάνα την παίρνει το παιδί της πανικόβλητο να της πει ότι έχασε το τρένο και είναι σε μια ερημιά και εκείνη του απαντά:

«Πάρε το επόμενο. Μην χάσεις την εκδρομή σου. Κρίμα είναι. Κάτσε διάβασε το βιβλίο σου. Και τρεις ωρίτσες είναι. Θα περάσουν».

Και πέρασαν. Και ήρθε το τρένο. Και πήγα στον προορισμό μου. Και πέρασα και τέλεια.

Γιατί η ζωή μας είναι μικρή. Και πρέπει να την παίρνουμε και λίγο στην πλάκα. Να ζούμε τις ημέρες μας και τις νύχτες μας. Να χαιρόμαστε τα χρόνια μας.

Να θυμόμαστε τις Πορτογαλίες μας. Τους ανθρώπους που γνωρίσαμε εκεί. Τις αναμνήσεις μας που θα μας ενώνουν πάντα. Όσες θάλασσες και χιλιόμετρα κι αν μας χωρίζουν.

Με ανυπομονησία για τα καλύτερα που με περιμένουν,

η έγκλειστη φοιτήτρια

Διαβάστε επίσης